Οι υπηρεσίες μας

Παρέχουμε ολοκληρωμένες λύσεις που καλύπτουν τομείς engineering, εκπαίδευσης και real estate, συνδυάζοντας τεχνική γνώση, εμπειρία και καινοτόμες προσεγγίσεις, ώστε να ανταποκρινόμαστε με συνέπεια στις ανάγκες κάθε έργου και συνεργασίας.

Κατηγορία: Οικονομία

<span>Άρθρα και απόψεις σχετικά με την οικονομία. Κωνσταντίνος Παπαλίτσας!</span>
Διαβάστε περισσότερα

Μικροί και μεγάλοι παίκτες

Ένα φαινόμενο που παρατηρείται όλο και πιο έντονα στον εργασιακό τομέα, είναι η ανάληψη projects από μεγάλες εταιρείες και η παραχώρησή τους σε μικρότερες επιχειρήσεις για να τα εκτελέσουν.
του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια συνεχώς αυξανόμενη αναπτυξιακή διαδικασία σε διάφορους τομείς της οικονομίας η οποία περιλαμβάνει κυρίως ιδιωτικές επενδύσεις. Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αυξάνονται τόσο οι απαιτήσεις όσο και το πλήθος αλλά και το μέγεθος των projects.

Οι μεγάλες εταιρείες όπως είναι λογικό επιδιώκουν να αναλάβουν μεγάλα έργα, αλλά από το σημείο αυτό και μετά παρατηρείται μια στρέβλωση στην αγορά. Η στρέβλωση αυτή έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι «μεγάλοι παίκτες» παραχωρούν την εκτέλεση των διαφόρων έργων, είτε εξ’ ολοκλήρου είτε τμηματικά, σε «μικρότερους παίκτες» και το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό;

Γιατί το κάνουν αυτό οι μεγάλοι και γιατί το δέχονται οι μικροί;

Ας εξετάσουμε κάθε περίπτωση ξεχωριστά.

Όταν μια εταιρεία θεωρείται μεγάλη δε σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι διαθέτει όλους τους απαιτούμενους πόρους για να εκτελέσει ταυτόχρονα μια σειρά από projects, αλλά διαθέτει κυρίως την οικονομική δυνατότητα να τα χρηματοδοτήσει, πετυχαίνοντας ευνοϊκές συμφωνίες με προμηθευτές, υπεργολάβους κλπ. Το γεγονός αυτό εκμεταλλεύονται οι εκάστοτε επενδυτές που αναθέτουν τα projects τους σε μεγάλες εταιρείες, θεωρώντας ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αυτές θα βρουν τον τρόπο και θα παραδώσουν το έργο on time. Προφανώς λοιπόν είναι πολύ προτιμότερο για μια μεγάλη εταιρεία να επιβλέπει το έργο των υπεργολάβων της παρά να αποκτήσει η ίδια ιδιόκτητους πόρους για να εκτελέσει το έργο.

Ένας ακόμη λόγος που οι μεγάλες εταιρείες δεν ενδιαφέρονται να εκτελέσουν οι ίδιες τα έργα που αναλαμβάνουν αλλά τα παραχωρούν σε υπεργολάβους είναι ότι η κύρια στόχευσή τους είναι να δείξουν μεγάλους τζίρους έτσι ώστε να προσελκύσουν κεφάλαια από επενδυτές και να μεγαλώσουν και άλλο ειδικά εάν είναι εισηγμένες και σε κάποιο χρηματιστήριο.

Και βέβαια ένας τρίτος λόγος ανάληψης αλλά όχι εκτέλεσης μεγάλων έργων είναι και η ικανοποίηση του ανεξέλεγκτου ανταγωνισμού που διέπει τις μεγάλες εταιρείες.

Στην αντίπερα όχθη βρίσκονται οι μικροί παίκτες οι οποίοι αν και θέλουν να ξεχωρίσουν και να αλλάξουν κάποια στιγμή κατηγορία, εντούτοις παρουσιάζουν αδυναμία ανάληψης μεγάλων έργων λόγω του μεγέθους τους. Έτσι λοιπόν βρίσκουν την ευκαιρία να εισχωρήσουν στα μεγάλα έργα έμμεσα μέσω υπεργολαβιών από τις μεγάλες εταιρείες.

Ένας επιπλέον λόγος για τους μικρούς παίκτες είναι η δικτύωση με μεγάλες εταιρείες ώστε σε περίπτωση ικανοποιητικής συνεργασίας να τους προτιμήσουν και σε επόμενα έργα.

Τέλος ένας τρίτος λόγος είναι η διαφήμιση ότι συμμετείχαν σε μεγάλα έργα, γεγονός που τους επιτρέπει να μεγαλώσουν τη φήμη τους και να κυριαρχήσουν σε μικρότερα έργα που δεν ενδιαφέρουν τους μεγάλους.

Το αποτέλεσμα

Ως φυσικό επακόλουθο της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί, είναι να αναπτυχθεί ένα περίεργο είδος συνεργασίας μεταξύ μικρών και μεγάλων το οποίο το συντηρούν αμφότεροι για δικούς τους λόγους ο καθένας.

Και ενώ η ανάπτυξη συνεργασιών είναι κάτι το επιθυμητό στην αγορά εργασίας, υπάρχουν κίνδυνοι που παραμονεύουν και ίσως οδηγήσουν στη διαμόρφωση μιας νέας εργασιακής κατάστασης.

Οι μεγάλοι παίκτες δηλαδή ακολουθώντας την τακτική της παραχώρησης των έργων σε υπεργολάβους θα πρέπει να διαθέτουν εξειδικευμένο προσωπικό ώστε τουλάχιστον να μπορούν να τους ελέγχουν ικανοποιητικά. Αλλάξει δηλαδή το είδος των πόρων που αναζητούν οι μεγάλες εταιρείες, κάτι το οποίο έχει αντίκτυπο στα προσόντα των υποψηφίων, στον τρόπο λειτουργίας των  τμημάτων HR, στον τρόπο αναζήτησης πελατών από τους προμηθευτές κλπ.

Αντίστοιχα από την άλλη πλευρά οι μικροί παίκτες θα πρέπει να είναι σε θέση να αναζητήσουν αλλά και να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις εξειδικευμένου προσωπικού ώστε να εκτελέσουν με επιτυχία τα projects που του αναθέτουν οι μεγάλοι.

Ερωτήματα προς προβληματισμό

Μήπως όμως όλα τα παραπάνω οδηγήσουν τελικά στη μετατροπή των μεγάλων εταιρειών σε ενδιάμεσους παίκτες οι οποίοι απλά θα παίζουν το ρόλο του διαμεσολαβητή μεταξύ του κυρίου του έργου και των υπεργολάβων;

Θα μπορούσαν οι μικροί μελλοντικά να τους αντικαταστήσουν ή θα είναι αιώνια εγκλωβισμένοι έναντι των μεγάλων;

Πως θα αντιδρούσαν οι μεγάλοι όταν κάποιοι μικροί προσπαθήσουν να τους συναγωνιστούν;

Πόσο θα επέτρεπαν οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες μια τέτοια αλλαγή;

Εσύ τι γνώμη έχεις; 

Πηγή εικόνας: Peggy_Marco – Pixabay

Διαβάστε περισσότερα

Οικονομικά και πολιτικά δίπολα

Ζούμε σε ένα κόσμο όπου κυβερνούν τα δίπολα. 
Οι άνθρωποι με τη σειρά τους χρησιμοποιούν τα δίπολα για να
βγουν από τις δύσκολες καταστάσεις που συχνά οι ίδιοι δημιουργούν. Μερικά από τα κυρίαρχα δίπολα της σημερινής κοινωνίας είναι: 
Καλό≠Κακό, Πλούσιοι≠Φτωχοί, Νίκη≠Ήττα, Άσπρο≠Μαύρο, Προοδευτικοί≠Συντηρητικοί, Αριστεροί≠Δεξιοί, Δημόσιο≠Ιδιωτικό,
Αγορά≠Κράτος κλπ.
Ένα τέτοιο πολιτικό δίπολο κυριαρχεί και στις Η.Π.Α. επί
δεκαετίες. Το δίπολο αυτό δεν είναι άλλο από τις δύο κυρίαρχες αντίπαλες παρατάξεις: Δημοκρατικοί
Ρεπουμπλικάνοι. 
του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα

Το αμερικανικό δίπολο όμως περισσότερο τείνει να δημιουργήσει έναν τεράστιο ηγετικό πόλο παρά δύο αντίθετους.

Ας δούμε γιατί:

Κινητήριος μοχλός και των δύο αυτών πόλων είναι η οικονομία και δη οι κύκλοι που αυτή κάνει. Οι οικονομικοί κύκλοι είναι εναλλαγές στην πραγματική οικονομία που οδηγούν από την ανάπτυξη στην ύφεση και ξανά πίσω στην ανάπτυξη. Η χρονική περίοδος μέσα στην οποία μπορεί να γίνει αυτό εξαρτάται από πολλούς παράγοντες αλλά στοχευμένες πολιτικές αποφάσεις μπορούν να ομαλοποιήσουν την περιοδικότητα ώστε να εξυπηρετεί προσυμφωνημένες δράσεις των εκάστοτε κυβερνώντων. Μπορεί λοιπόν το παραγωγικό μοντέλο Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων φαινομενικά να είναι εντελώς διαφορετικό, με τους πρώτους να είναι υπέρμαχοι της παραγωγικής βιομηχανίας ενώ οι δεύτεροι να είναι υπέρμαχοι του smart money, των επενδύσεων και των χρηματιστηρίων, αλλά κατά ένα τρόπο τα προγράμματά τους αλληλοκαλύπτονται ώστε να ικανοποιούνται κάθε φορά διάφορες απαιτήσεις των αγορών. 

Η πολιτική λοιπόν που ακολουθεί καθένας από τους δύο πόλους οδηγεί είτε σε ανάπτυξη, είτε σε ύφεση και αυτό γίνεται αλλάζοντας την αξία του νομίσματός τους (δολάριο) και των αντίστοιχων επιτοκίων.

Οι Αμερικάνοι έχουν «φτιάξει» ένα σύστημα, ώστε να κερδίζουν είτε υπάρχει ανάπτυξη είτε υπάρχει ύφεση, είτε οι αγορές ανεβαίνουν, είτε κατεβαίνουν.

Στον παρακάτω πίνακα επιχειρούμε να συνοψίσουμε τον τρόπο λειτουργίας της μεγαλύτερης οικονομίας παγκοσμίως αναλόγως ποια παράταξη είναι στην εξουσία, γεγονός που επηρεάζει και μάλιστα καθοριστικά και όλες τις υπόλοιπες οικονομίες. 

Έτσι λοιπόν με την περσινή εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ, ο οποίος ευαγγελιζόταν ότι θα κάνει επενδύσεις κρατώντας χαμηλά την αξία του δολαρίου, ώστε να επωφεληθεί η χώρα του και να μην υπάρξει ύφεση, παρατηρούμε ότι με βάση τον παραπάνω πίνακα αυτό δεν μπορεί εύκολα να υλοποιηθεί.

Αναμένουμε λοιπόν προσεχώς:

Το δολάριο που ήταν χαμηλά από την εκλογή του και μετά έχει αρχίσει να ανεβαίνει. Ίσως οι επιχειρούμενοι δασμοί να ήταν ένας τρόπος για να επιταχυνθεί η αύξηση.

Τα επιτόκια που είναι χαμηλά να πρέπει να αρχίσουν να ανεβαίνουν και μόλις γίνει αυτό το χρηματιστήριο που είναι ψηλά θα αρχίζει σιγά σιγά να πέφτει ώστε σε συνδυασμό με το δολάριο που ανεβαίνει, να αρχίσουν οι Αμερικάνοι να αγοράζουν μετοχές ξένων εταιρειών. Ίσως και πάλι οι δασμοί θα ήταν προς αυτή την κατεύθυνση και κάποιοι έσπευσαν να επωφεληθούν όσο υπήρχε αναταραχή τον πρώτο καιρό.

Το πετρέλαιο που ήταν ψηλά κατά την εκλογή του θα πρέπει να αρχίσει να πέφτει. Το πετρέλαιο βέβαια είχε ήδη αρχίζει να πέφτει εδώ και καιρό γιατί τις περισσότερες φορές η αγορά προεξοφλεί τις όποιες εξελίξεις.

Τέλος με τη μεσολάβηση Τραμπ σταμάτησε ο πόλεμος στη Λωρίδα της γάζας, γιατί οι Ρεπουμπλικάνοι δεν θέλουν θερμά επεισόδια. Αντίθετα θέλουν να κάνουν επενδύσεις και να εισπράξουν «ακριβά» τα όπλα που πούλησαν «φτηνά» οι Δημοκρατικοί.

Άρα με βάση τα παραπάνω αναμένουμε το προσεχές διάστημα παύση των περισσότερων ενόπλων συγκρούσεων, αύξηση των επενδύσεων των Αμερικάνων στο εξωτερικό, ύφεση και αύξηση ανεργίας στο εσωτερικό και πτώση των χρηματιστηρίων.

 

Ερωτήσεις για προβληματισμό:

Μήπως όμως ένα αντίστοιχο οικονομικοπολιτικό μοντέλο ακολουθείται και στις υπόλοιπες χώρες όπου
εναλλάσσονται περιοδικά προοδευτικές και συντηρητικές κυβερνήσεις;

Μήπως τελικά τα οικονομικά και πολιτικά δίπολα των ΗΠΑ είναι ένας και μόνο πόλος με διαφορετικούς εκφραστές οι οποίοι μάλιστα εναλλάσσονται στην εξουσία με συνεπή περιοδικότητα (κατά κύριο λόγο: 8
χρόνια Δημοκρατικοί, 8 χρόνια Ρεπουμπλικάνοι) τα τελευταία 100 χρόνια ώστε οι οικονομικοί κύκλοι να αλλάζουν προγραμματισμένα;

Θα μπορούσε η ραγδαία ανάπτυξη των Ασιατικών χωρών να αλλάξει αυτήν την κατάσταση ή ανήκουν όλοι οι μεγάλοι παίκτες (ΗΠΑ, ΚΙΝΑ, ΙΝΔΙΑ) στον ίδιο πόλο;

Την επόμενη φορά λοιπόν που θα δούμε κόκκινο χρώμα στην πολιτική, ας προβληματιστούμε:

είναι κόκκινο όπως του κομμουνιστή, είναι κόκκινο όπως του Ρεπουμπλικάνου, ή δεν έχει καμία σημασία πια…

 

Πηγή εικόνας: geralt – Pixabay

*Το άρθρο φιλοξενήθηκε στην ιστοσελίδα Militaire.gr – Ειδήσεις για την Άμυνα, Εθνικά Θέματα, Ασφάλεια

Διαβάστε περισσότερα

Εσύ ποιόν τρόπο ανταλλαγής αξίας προτιμάς;

Υπάρχει μια παγκόσμια συμφωνία που έχει ορίσει το χρήμα ως μέσο ανταλλαγής της αξίας. Αυτή η συμφωνία που από μόνης της είναι ένα δείγμα πολιτισμού, έχει αλλάξει πολλές μορφές στο πέρασμα του χρόνου.
Στο σημερινό άρθρο λοιπόν αναρωτιόμαστε ποιος τρόπος ανταλλαγής αξίας είναι ο καλύτερος, και τι είναι το χρήμα τελικά;
του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα

Αντιπραγματισμός: Οι άνθρωποι από τα πρώιμα χρόνια όπου συγκροτήθηκαν σε κοινωνίες, ακριβώς επειδή είχαν καθημερινές ανάγκες τις οποίες έπρεπε να καλύψουν άρχισαν να ανταλλάσσουν πράγματα που κατείχαν με πράγματα που τους έλλειπαν. Το πρόβλημα με αυτή τη διαδικασία ήταν τι γινόταν αν κάποιος ήθελε κάτι και η άλλη πλευρά δεν ήθελε αυτό που πρόσφερε ο πρώτος; Θα πρέπει ο πρώτος να προσφέρει κάτι σε κάποιον τρίτο, εκείνος κάτι άλλο σε κάποιον άλλο και αυτό θα συνεχίζονταν μέχρι η διαδικασία να έφτανε στον κατάλληλο ο οποίος θα μπορούσε να δώσει στον πρώτο αυτό που ήθελε εξ’ αρχής.

Περιεκτικό χρήμα: Για να αποφευχθεί λοιπόν η κατασκευή αναλογιών κάθε πιθανού συνδυασμού πραγμάτων μεταξύ τους, άρχισε να ορίζεται μια τιμή για το κάθε πράγμα βάσει ενός κοινού αγαθού με το οποίο οι άνθρωποι θα μπορούσαν να αγοράσουν τα πράγματα που χρειάζονταν χωρίς να προσφέρουν κάποιο άλλο πράγμα ως αντάλλαγμα. Το αγαθό αυτό αρχικά ήταν το μέταλλο και πιο συγκεκριμένα ο χρυσός, κάτι αρκετά δύσκολο να παραχαραχθεί και ανθεκτικό στο χρόνο. Έτσι οι άνθρωποι πρόσφεραν τα κοσμήματά τους ώστε κατακερματιστούν σε συγκεκριμένο μέγεθος και μάζα, δημιουργώντας έτσι ένα είδος χρήματος που περιείχε την αξία του σε πολύτιμο μέταλλο (περιεκτικό χρήμα).

Αντιπροσωπευτικό χρήμα: Ενώ λύθηκε το πρόβλημα του αντιπραγματισμού το νέο πρόβλημα που παρουσιάστηκε ήταν ότι τα κέρματα όντας μεταλλικά ήταν κάπως βαριά, δύσκολα στη μετακίνηση, και αρκετές φορές χάνονταν κατά τη μεταφορά τους, ενώ όταν κάποιος μάζευε πάρα πολλά παρουσιάζονταν έλλειψη στην αγορά και δυσκολία στις συναλλαγές για τους υπόλοιπους (πρόβλημα ρευστότητας).  Έτσι δημιουργήθηκαν οι πρώτες τράπεζες όπου οι άνθρωποι κατέθεταν τα κέρματά τους για ασφάλεια και ο τραπεζίτης τους έδινε μια απόδειξη για την κατοχύρωσή τους. Όταν κάποιος λοιπόν ήθελε να κάνει μια συναλλαγή πήγαινε στην τράπεζα, έδινε την απόδειξη, έπαιρνε τα κέρματά του και τα αντάλλασε με το προϊόν που ήθελε. Γρήγορα όμως οι άνθρωποι κατάλαβαν ότι μπορούσαν να «κόψουν δρόμο» και αντί κάθε φορά που ήθελαν να αγοράσουν κάτι να πάνε στην τράπεζα να πάρουν τα κέρματά τους, πλήρωναν απευθείας με την απόδειξη τον έμπορο/προμηθευτή. Έτσι λοιπόν τα κέρματα παρέμεναν στην τράπεζα, ενώ οι αποδείξεις μπορεί να μην περιείχαν αξία εσωτερικά αντιπροσώπευαν όμως μια αξία, γι΄ αυτό και ονομάστηκαν αντιπροσωπευτικό χρήμα.

Παραστατικό χρήμα: Αυτή η διαδικασία συναλλαγών όμως οδήγησε στην τράπεζα να κάνει ένα βήμα παραπέρα για την ανάπτυξή της ως επιχείρηση και όχι μόνο ως φύλακα των καρμάτων. Αφού ελάχιστοι πήγαιναν να ζητήσουν τα κέρματά τους, η τράπεζα άρχισε να τα δανείζει (με το αζημίωτο φυσικά=τόκος) σε ανθρώπους που τα χρειάζονταν για να κάνουν κάτι όπως π.χ. να αγοράσουν ένα σπίτι. Έτσι όσοι εισέπρατταν τα κέρματα από τους δανειολήπτες τα πήγαιναν και πάλι στην τράπεζα για να λάβουν τις αντίστοιχες αποδείξεις. Κατ’ αυτό τον τρόπο όμως ενώ η ποσότητα των κερμάτων παρέμενε η ίδια, ο αριθμός των αποδείξεων αυξάνονταν, γιατί για τα ίδια κέρματα έπαιρναν απόδειξη κατοχής περισσότερα του ενός άτομα. Το αποτέλεσμα ήταν κάθε απόδειξη να αξίζει λιγότερο και όσο η διαδικασία αυτή συνεχιζόταν η αξία έπεφτε και άλλο, δημιουργούνταν δηλαδή πληθωρισμός (φέτος αγοράζω λιγότερα πράγματα με το ίδιο ποσό απ’ ότι αγόραζα πέρσι). Για να αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα ο τρόπος ήταν να αποδεσμευτούν οι αποδείξεις από τα κέρματα. Το επιχείρημα ήταν ότι η αξία των αποδείξεων δεν βρίσκεται στην αντιστοίχισή τους με τα μεταλλικά κέρματα αλλά στην εμπιστοσύνη που έχουν οι άνθρωποι στις τράπεζες ότι κρατούν την ποσότητά τους ελεγχόμενη. Η πίστη αυτή οδήγησε στη δημιουργία του Πιστωτικού Συστήματος των Τραπεζών και οι αποδείξεις μετατράπηκαν σε παραστατικό χρήμα (FIAT money). Με την πάροδο του χρόνου όμως και με δεδομένο ότι το παραστατικό χρήμα δεν αντιστοιχίζονταν με μια συγκεκριμένη ποσότητα κερμάτων έγινε μέσο πολιτικής των εκάστοτε κυβερνώντων και συχνά οδηγούσε σε πληθωρισμό καθώς σε περιόδους κρίσης μπορούσε να παραχθεί όλο και περισσότερο από τις κεντρικές τράπεζες. Και βέβαια η διαδικασία αυτή συχνά συνδέεται και με άλλες κοινωνικές μεταβολές όπως αύξηση της ανεργίας, συσσώρευση πλούτου, δολιοφθορές κλπ.

Τελικά εσύ ποιον τρόπο ανταλλαγής της αξίας από τους παραπάνω θα επέλεγες;

Πριν απαντήσεις έχε στο νου σου ότι το χρήμα δεν είναι τίποτα άλλο από ένα μέσο ανταλλαγής της αξίας και είναι φυσιολογικό σε οποιαδήποτε μορφή του να έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Επίσης, όπως συμβαίνει και με πολλά πράγματα στη ζωή, το χρήμα ως έννοια είναι ουδέτερο, η χρήση που του κάνουμε του δίνει θετικό ή αρνητικό πρόσημο.

Για σένα τι είναι το χρήμα τελικά;

Πηγή εικόνας: Tumisu – Pixabay

* Το άρθρο δημισιεύθηκε στο διαδικτυακό Περιοδικό ποικίλης ύλης – Ιδεοστρόβιλος

Διαβάστε περισσότερα

Το “πολιτικό” αόρατο χέρι της αγοράς

Στο σημερινό άρθρο αναρωτιόμαστε μήπως το αόρατο χέρι της αγοράς δεν είναι και τόσο αόρατο τελικά και εάν από πίσω κρύβονται πολιτικές αποφάσεις.

γράφει ο Κωνσταντίνος Παπαλίτσας

“Δεν χρειάζονται παρεμβάσεις.” “Αφήστε την αγορά ελεύθερη και θα τα ρυθμίσει όλα”. “Το αόρατο χέρι της αγοράς θα κάνει και πάλι το θαύμα του”. “Οι νόμοι της αγοράς πάντοτε υπερισχύουν”.

Αυτές και άλλες παρόμοιες εκφράσεις ακούγονται συχνά πυκνά από επιχειρηματίες και πολιτικούς οι οποίοι είναι υπέρμαχοι του νεοφιλελευθερισμού, ενός καπιταλιστικού μοντέλου όπου τα πάντα φαίνεται να ρυθμίζονται σύμφωνα με τους νόμους της αγοράς και κυρίως σύμφωνα με το δίπολο προσφορά-ζήτηση. 

Πηγαίνοντας ένα βήμα πίσω ας αναρωτηθούμε όμως, ποιός καθορίζει την προσφορά και ποιος τη ζήτηση; Η πιο αυθόρμητη απάντηση είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι  έχουν ανάγκη από σπίτια, αυτοκίνητα, ρούχα, τρόφιμα, φάρμακα κ.λ.π. ενώ την ίδια στιγμή κάποιοι από αυτούς τους ανθρώπους τα κατασκευάζουν και τα βγάζουν προς πώληση στην αγορά, η οποία βρίσκει τη χρυσή τομή μεταξύ τους.

Ακούγεται εξαιρετικά απλό αλλά δεν είναι. Και αυτό γιατί οι παραγωγοί και ακολούθως οι έμποροι στο βωμό του συγκεντρωτισμού της εξουσίας και της μεγιστοποίησης του κέρδους χρησιμοποιούν πολιτικές διαδικασίες και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ώστε να προωθήσουν κατασκευασμένες ανάγκες στο ευρύ κοινό. 

Οι ανάγκες αυτές δίνουν τη δυνατότητα μαζικής παραγωγής στα πιο επικερδή προϊόντα τα οποία κατακλύζουν ταχύτατα τις αγορές και όποιος τα αποκτήσει θεωρείται “in”, δηλαδή εντός του πλαισίου που κάποιοι είχαν ορίσει εξαρχής.

Άλλο ένα παράδειγμα πολιτικών αποφάσεων που επηρεάζουν τη λειτουργία της «ελεύθερης» αγοράς είναι η αυξημένη θερμοκρασία που παρατηρείται σε περιοχές όπου διαμένουν φτωχές οικογένειες.  Η θερμοκρασία στις περιοχές αυτές είναι σημαντικά μεγαλύτερη καθώς εκτός από την αδυναμία των οικογενειών να έχουν τις απαιτούμενες εγκαταστάσεις θέρμανσης και ψύξης, στο γεγονός συμβάλουν τόσο οι παλιές και αμόνωτες κατασκευές όσο και η μειωμένη αστική ανάπτυξη των περιοχών αυτών με έλλειψη χώρων πρασίνου κλπ. Οι περιοχές αυτές δεν είναι υποβαθμισμένες επειδή εκεί ζουν φτωχοί αλλά κάποιοι τις άφησαν στη μοίρα τους επειδή επέλεξαν εκεί να πάνε να ζήσουν οι φτωχοί μέσω διαφόρων διαδικασιών όπως για παράδειγμα η μείωση της αξίας των ακινήτων. Κάτι αντίστοιχο έγινε και με τη φωτιά στον περιβόητο πύργο Γκρένφελ στο Λονδίνο όπου έμεναν άνθρωποι από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και γι΄ αυτό το κτίριο είχε επενδυθεί με εύφλεκτο υλικό εις βάρος της ασφάλειας των ενοίκων ώστε να μη χαλάει τη θέα στους πλούσιους των γύρω περιοχών. Οι άνθρωποι αυτοί δεν κάηκαν επειδή ήταν άτυχοι, κάηκαν επειδή ήταν φτωχοί.

Όταν βέβαια κάποια οικονομική ελίτ θελήσει να μετεγκατασταθεί σε μια άλλη περιοχή, θα πρέπει πρώτα οι φτωχοί που ζουν εκεί να απομακρυνθούν, ώστε να αναβαθμιστεί η περιοχή και αυτό μπορεί να γίνει και πάλι τεχνητά ανεβάζοντας τις τιμές των ακινήτων. Βλέπουμε λοιπόν ότι το αόρατο χέρι της αγοράς μέσω των μεγαλύτερων επιχειρήσεων real estate ρυθμίζει κατά το δοκούν την προσφορά και τη ζήτηση ώστε να έρθουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. 

Επιπλέον οι περισσότερες από αυτές τις μεγάλες εταιρείες προβάλουν την προστασία του περιβάλλοντος ως μείζον θέμα στην εταιρική κοινωνική τους ευθύνη μέσω δράσεων και χορηγιών εναντίον της κλιματικής αλλαγής. Είναι οι ίδιες εταιρείες που μέσω των δραστηριοτήτων τους επιβαρύνουν το περιβάλλον και επιταχύνουν την κλιματική αλλαγή και οι παραπάνω δράσεις θεωρούν ότι λειτουργούν ως αντιστάθμισμα.

Δεν μπορούν όμως όλα τα πράγματα να μετριούνται με οικονομικούς όρους, ότι δηλαδή τόσα κέρδισα, τόσα έχασα το ισοζύγιο είναι θετικό, αρνητικό ή neutral. Η οικολογική αντιστάθμιση είναι πολιτική επιλογή και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως άφεση αμαρτιών.

Όλα τα παραπάνω πρέπει να προβληματίσουν την κοινωνία ολόκληρη αλλά πρωτίστως τις επιστήμες που σχετίζονται με την ανάλυση των νόμων της αγοράς. Οι επιστήμες αυτές

βασίζονται στη συλλογή και επεξεργασία δεδομένων και τέλος στην εξαγωγή συμπερασμάτων. Το περιβάλλον όμως, οι άνθρωποι και η ίδια η κοινωνία ως πολυπαραγοντικές έννοιες δεν μπορούν να μπουν εύκολα στο ζύγι, συνεπώς η όλη προσπάθεια ανάλυσής τους τείνει να εξαρτάται από το είδος των δεδομένων και τον τρόπο συλλογής τους, τη μέθοδο και τους σκοπούς της ανάλυσης καθώς και τους επιδιωκόμενους στόχους της εκάστοτε έρευνας.  

Οι επιστήμες που ασχολούνται με την κοινωνία, τον άνθρωπο, την οικονομία, το περιβάλλον είναι πολύ δύσκολο να είναι αμερόληπτες, καθώς τα αποτελέσματά τους μπορεί να οδηγήσουν σε αποφάσεις που θα έχουν ως συνέπεια την αναδιανομή του πλούτου. 

Μπορεί το αόρατο χέρι της αγοράς να λειτουργεί σύμφωνα με το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης αλλά όταν κάποιος κερδίζει, κάποιος άλλος χάνει. Το ποιος θα χάσει όμως στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι πολιτική απόφαση.

Τελικά πόσο πολιτικά αμερόληπτο είναι το αόρατο χέρι της αγοράς καθώς και οι επιστήμες που την αναλύουν;

Εσύ τι γνώμη έχεις; 

Πηγή εικόνας: Buffik – Pixabay

* Το άρθρο φιλοξενήθηκε στην ιστοστελίδα lep.gr

Διαβάστε περισσότερα

Ο ανθρώπινος παράγοντας κρίνει το αποτέλεσμα

Επηρεάζει ο τρόπος χρήσης το αποτέλεσμα;

γράφει ο Κωνσταντίνος Παπαλίτσας

Ζούμε στην εποχή της τεχνολογικής εξέλιξης. Ο προγραμματισμός έχει μπει για τα καλά σχεδόν σε όλες μας τις καθημερινές δραστηριότητες. Τα περισσότερα πράγματα λειτουργούν βάσει προκαθορισμένου σχεδίου και η όποια απόκλιση τείνει να θεωρηθεί ελάττωμα που πρέπει να διορθωθεί.

Όπως πολύ σωστά έχει ειπωθεί τα τεχνολογικά επιτεύγματα εάν εξεταστούν ως αυτοτελείς οντότητες είναι ουδέτερα. Η χρήση τους είναι που τα κάνει είτε «καλά» είτε «κακά». Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το μαχαίρι. Εάν το χρησιμοποιήσεις για να αλείψεις το ταχίνι στο ψωμί τότε είναι καλό, ενώ εάν το χρησιμοποιήσεις για να τραυματίσεις κάποιον τότε είναι κακό.

Το να μάθουμε λοιπόν να χρησιμοποιούμε με το σωστό τρόπο όλα αυτά τα εργαλεία που μας προσφέρει η τεχνολογία είναι το επόμενο διακύβευμα που έχει να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος. Δυστυχώς όλες οι οδηγίες χρήσεις που συνοδεύουν κάθε νέο τεχνολογικό προϊόν περιορίζονται στη λεπτομερή παρουσίαση όλων των χαρακτηριστικών και των δυνατοτήτων του χωρίς να δίνουν καμία απολύτως σημασία στον ίδιο το χρήστη και στον τρόπο που επρόκειτο να το χρησιμοποιήσει.

Εάν πάμε ένα βήμα παρακάτω τη σκέψη μας θα συνειδητοποιήσουμε ότι ο τρόπος χρήσης ενός προϊόντος επηρεάζει κατά πολύ μεγάλο βαθμό την απόδοσή του.

Το παράδειγμα του αυτοκινήτου.

Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα αυτοκίνητο. Εάν αφήσουμε δύο διαφορετικούς οδηγούς να κάνουν την ίδια διαδρομή με το ίδιο αυτοκίνητο, θα παρατηρήσουμε ότι κατά πάσα πιθανότητα η κατανάλωση θα διαφέρει από τον πρώτο στο δεύτερο. Αυτό συμβαίνει γιατί ο κάθε ένας έχει ένα συγκεκριμένο προσωπικό οδηγικό στυλ (νευρικό, χαλαρό, επιθετικό, επιφυλακτικό κλπ) το οποίο τον κάνει να χρησιμοποιεί το ίδιο αυτοκίνητο με διαφορετικό τρόπο.

Το παράδειγμα του σπιτιού.

Ας δούμε τώρα ένα άλλο παράδειγμα πιο γενικό το οποίο συνδυάζει διάφορα τεχνολογικά εργαλεία και δεν είναι άλλο από το ίδιο μας το σπίτι. Εάν επαναλάβουμε το παραπάνω πείραμα και αφήσουμε δύο διαφορετικούς ανθρώπους να χρησιμοποιήσουν για το ίδιο χρονικό διάστημα το ίδιο σπίτι κατά πάσα πιθανότητα θα παρατηρήσουμε ότι η συνολική ενεργειακή κατανάλωση που θα καταγραφεί θα διαφέρει στις δύο περιπτώσεις. Αυτό συμβαίνει και πάλι γιατί ο τρόπος χρήσης του ίδιου σπιτιού είναι διαφορετικός ανάλογα το ποιος το χρησιμοποιεί. Κάποιος για παράδειγμα μπορεί κάθε πρωί να αερίζει το σπίτι, κάποιος άλλος να κατεβάζει τις τέντες, κάποιος τρίτος να ανάβει το θερμοσίφωνα για να κάνει μπάνιο κ.ο.κ. Δυστυχώς στο συγκεκριμένο παράδειγμα η επιρροή του τρόπου χρήσης δεν λαμβάνεται καν υπόψη στον αντίστοιχο κανονισμό ενεργειακής απόδοσης (Κ.ΕΝ.Α.Κ.).

Το αποτέλεσμα;

Ότι το ίδιο προϊόν παρουσιάζει διαφορετική απόδοση ανάλογα το χρήστη του. Δεν είμαστε όλοι οι άνθρωποι ίδιοι και κατ’ επέκταση δεν έχουμε τις ίδιες συνήθειες, τα ίδια ενδιαφέροντα, τις ίδιες γνώσεις, τον ίδιο τρόπο αντίδρασης σε πρόσωπα και καταστάσεις, γεγονότα που διαφοροποιούν την εκάστοτε συναισθηματική μας κατάσταση και αλλάζουν τον τρόπο που μεταχειριζόμαστε τα τεχνολογικά εργαλεία που έχουμε στη διάθεσή μας.

Δεν φταίει λοιπόν το προϊόν που παρουσιάζει διαφορετική απόδοση. Η αιτία βρίσκεται στη διαφορετικότητα των χρηστών και ταυτόχρονα στην αδιαφορία των παραγωγών να εκπαιδεύσουν το κοινό στο οποίο απευθύνονται για να πουλήσουν το προϊόν τους.

Υπάρχει λύση;

Σε ένα σεμινάριο πωλήσεων που είχα παρακολουθήσει ο πεπειραμένος εισηγητής επαναλάμβανε συνεχώς ότι εάν θέλουμε να αυξήσουμε τις πωλήσεις μας δεν πρέπει να δίνουμε έμφαση στα χαρακτηριστικά των προϊόντων ή των υπηρεσιών μας αλλά στα οφέλη που αυτά θα έχουν για τους μελλοντικούς χρήστες τους. Σαν λογική προφανώς και είναι σωστή καθώς αγοράζουμε για παράδειγμα έναν υπολογιστή που έχει ισχυρό επεξεργαστή ή μεγάλη μνήμη (χαρακτηριστικά) για να μπορέσουμε να κάνουμε τη δουλειά μας εύκολα και γρήγορα (οφέλη).

Δυστυχώς είναι πολύ λίγα τα στελέχη πρώτης γραμμής που ενδιαφέρονται πραγματικά να προσδιορίσουν λεπτομερώς τις ανάγκες του εκάστοτε πελάτη και να του προτείνουν μια στοχευμένη λύση που να ταιριάζει στα θέλω του. Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης ήρθε με τη σειρά της να επιδεινώσει το πρόβλημα καθώς όλα και περισσότερα προϊόντα γίνονται έξυπνα, στο βωμό όμως της αυτοματοποίησης που κατηγοριοποιεί τους χρήστες σε προκαθορισμένες ομάδες προσφέροντάς τους προαποφασισμένες λύσεις χωρίς τη δυνατότητα επιλογής.

Για παράδειγμα ένα έξυπνο αυτοκίνητο είναι σε θέση να αναγνωρίζει σε μεγάλο βαθμό την οδηγική συμπεριφορά του χρήστη και να τροποποιεί αντίστοιχα τις λειτουργίες του ώστε να επιτύχει το βέλτιστο αποτέλεσμα. Σε ότι αφορά θέματα ασφάλειας το γεγονός αυτό είναι θετικό, τι γίνεται όμως όταν ο χρήστης θέλει να κάνει κάποιες προσωπικές επιλογές;

Τη λύση αυτή μπορεί να του τη δώσει μόνο ένας εκπαιδευμένες χρήστης και όχι μια μηχανή που κρίνει σύμφωνα με μια συγκεκριμένη βάση δεδομένων που την έχει εφοδιάσει ο κατασκευαστής της γιατί στην τελευταία περίπτωση χάνεται η δυνατότητα πρωτοτυπίας, καινοτομίας και πρωτοβουλιών από το ευρύ κοινό.

Η εκπαίδευση τέλος των χρηστών δεν μπορεί να επαφίεται μόνο στη διάθεση ή όχι των επιχειρήσεων να εκπαιδεύσουν πρωτίστως το προσωπικό και δευτερευόντως τους πελάτες τους, αλλά θα πρέπει να απευθυνθεί στο ευρύ κοινό ξεκινώντας ήδη από την υποχρεωτική και ακολούθως την τριτοβάθμια εκπαίδευση τροποποιώντας τα αντίστοιχα προγράμματα σπουδών.

Οι προσαρμοσμένες λύσεις από εκπαιδευμένους χρήστες είναι το next big thing που επ’ ουδενί δεν πρέπει να αμελείται στην εφαρμογή των τεχνολογικών επιτευγμάτων, καθώς ο ανθρώπινος παράγοντας σχεδόν πάντα κρίνει το αποτέλεσμα.

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: geralt – Pixabay

Διαβάστε περισσότερα

Με κάθε σου επιλογή πάντα κάτι χάνεις!

Εσύ λαμβάνεις υπόψη το κόστος ευκαιρίας στις επιλογές σου;

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα

–   Πως αξιολογείτε μια επένδυση; ρώτησε ο καθηγητής τους φοιτητές του.

–   Με βάση τη μέθοδο της παρούσας αξίας απάντησε ένας φοιτητής

–   Με τη μέθοδο της μελλοντικής αξίας απάντησε ένας άλλος

–   Με τη μέθοδο των επαναλαμβανόμενων αγορών είπε ένας τρίτος

–   Με τη μέθοδο της ισοδύναμης ετήσιας αξίας αποκρίθηκε κάποιος από το βάθος της αίθουσας.

–   Κάποιος άλλος έχει να προσθέσει κάτι; ρώτησε ο καθηγητής.

–   Με τη μέθοδο της περιόδου αποπληρωμής είπε κάποιος.

–   Με τη μέθοδο ωφελειών – κόστους είπε ένας τελευταίος.

–   Σωστά είπε ο καθηγητής. Αλλά τι πρέπει να προσέξουμε όταν εφαρμόζουμε όλες αυτές τις μεθόδους που αναφέρατε;

Οι φοιτητές άρχισαν να κοιτάζονται μεταξύ τους. Κάθε μέθοδος έχει τις δικές της προϋποθέσεις εφαρμογής αλλά μήπως υπάρχει κάποια που είναι κοινή σε όλες; Τότε ο φοιτητής από το βάθος της αίθουσας ζήτησε το λόγο και είπε:

–   Να συγκρίνουμε πάντα ποσά στην ίδια χρονική στιγμή (π.χ. σε παρούσα ή μελλοντική αξία) σύμφωνα με τη διαχρονική αξία του χρήματος και τον επιθυμητό ρυθμό απόδοσης.

–   Πολύ σωστά αποκρίθηκε ο καθηγητής. Εξάλλου από το Δημοτικό μας μαθαίνουν ότι δεν μπορούμε να συγκρίνουμε μήλα με πορτοκάλια αν και πολλές φορές το ξεχνάμε είπε γελώντας. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο που ξεχνάμε συνεχώς. Μπορεί κάποιος να μαντέψει;

Οι φοιτητές άρχισαν ξανά να κοιτάζονται μεταξύ τους. Σε τι αναφερόταν άραγε ο καθηγητής τους; Τη σιωπή την έσπασε ο ίδιος λέγοντας:

–   Για να εφαρμοστεί οποιαδήποτε από τις μεθόδους που αναφέρατε προηγουμένως θα πρέπει πρώτα να προσδιορίσετε τα έσοδα και τα έξοδα της προς αξιολόγηση επένδυσης. Σε κανένα από τα διαγωνίσματα όμως που σας έχω βάλει τη φετινή χρονιά δεν λάβατε υπόψη το κόστος ευκαιρίας.

Μια αναστάτωση προκλήθηκε στην αίθουσα. Ψιθυρίσματα ακούγονταν παντού ώσπου κάποιος πήρε το θάρρος και ρώτησε.

–   Τι είναι αυτό κ. καθηγητά;

Ο καθηγητής αν και φανερά ενοχλημένος για την άγνοια των φοιτητών του (καθώς τους το είχε τονίσει επανειλημμένα στις προηγούμενες διαλέξεις και το περιέγραφε αναλυτικά και στα βιβλία του), ήταν διατεθειμένος να τους το εξηγήσει ξανά γιατί το θεωρούσε εξαιρετικά σημαντικό.

Και όντως είναι, ειδικά για τον κόσμο των επιχειρήσεων.

Ο καθηγητής λοιπόν συνέχισε με ένα παράδειγμα.

–   Ας υποθέσουμε ότι αύριο το βράδυ είστε καλεσμένοι σε ένα φοιτητικό πάρτυ. Έχετε όμως και μια άλλη επιλογή. Να καθίσετε σπίτι και να εργαστείτε εξ αποστάσεως παίρνοντας ως αμοιβή 20 ευρώ. Προφανώς εσείς επιλέγετε να πάτε στο πάρτυ αντί να δουλέψετε. Σε αυτή την περίπτωση το κόστος ευκαιρίας λοιπόν της επιλογής σας να πάτε στο πάρτυ 20ευρώ (επειδή επιλέξατε να μην εργαστείτε και θυσιάσατε την αμοιβή). Αντίστοιχα εάν επιλέγατε να μείνετε σπίτι να δουλέψετε και είχατε και δύο επιλογές, μια πιο εύκολη που θα σας επέφερε 15ευρώ και μια πιο δύσκολη που θα σας απέφερε 20 ευρώ, εάν διαλέγατε την πρώτη τότε το κόστος ευκαιρίας θα ήταν 20-15=5ευρώ που χάσατε μην επιλέγοντας τη δεύτερη. Το κόστος ευκαιρίας δηλαδή είναι το κόστος που “πληρώνουμε” εξαιτίας μιας επιλογής που κάνουμε σε σύγκριση με μία άλλη.

–   Άρα λοιπόν σε κάθε επιλογή που κάνουμε πάντα κάτι χάνουμε απάντησε ένας φοιτητής.

–   Φυτικά, εκτός και εάν δεν υπάρχει εναλλακτική επιλογή είπε ο καθηγητής. Αν και στα οικονομικά και κυρίως στις επενδύσεις θα πρέπει πάντα να γίνεται σύγκριση και με τη μηδενική επιλογή (do nothing). Πάντα υπάρχει εναλλακτική δηλαδή και είναι η επιλογή να μην κάνουμε τίποτα και να αφήσουμε να συνεχιστεί η υπάρχουσα κατάσταση. Πάντως το να ακολουθήσουμε την Α επιλογή ή τη Β πάντα έχει ένα κόστος ευκαιρίας εξαιτίας της λύσης που δεν επιλέξαμε καθώς τα ποσά που θεωρητικά θα εισπράτταμε τα θεωρούμε απώλεια.

–   Μα απ’ ότι φαίνεται το κόστος ευκαιρίας μπορεί να αλλάξει τελείως το αποτέλεσμα μιας μεθόδου αξιολόγησης σχολίασε ένας φοιτητής.

–   Ακριβώς αποκρίθηκε ο καθηγητής. Κάθε επένδυση έχει και ένα ρίσκο. Ανάλογα με την επιδιωκόμενη απόδοση το ρίσκο είτε μεγαλώνει είτε μικραίνει. Πολλές εταιρείες βέβαια πριν προβούν σε μια επένδυση καθορίζουν από πριν έναν ελάχιστο εσωτερικό βαθμό απόδοσης κάτω από την τιμή του οποίου θεωρούν ότι δεν αξίζει να προχωρήσουν στην επένδυση αυτή. Ουσιαστικά ο εσωτερικός βαθμός απόδοσης αντιπροσωπεύει το κόστος ευκαιρίας καθώς θεωρείται ότι παρόλο που μια επένδυση έχει μια θετική απόδοση, συμφέρει την εταιρεία να διοχετεύσει τα κεφάλαια ή/και τους πόρους της σε κάποια άλλη εναλλακτική επιλογή.

Το κόστος ευκαιρίας λοιπόν δεν είναι ένα απλό κόστος αλλά ένας δείκτης που μας βοηθάει να επιλέξουμε τη μία ή την άλλη εναλλακτική. Είναι ένα κόστος που θα πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη είτε πρόκειται για επαγγελματικές είτε για προσωπικές επιλογές.

Η συλλογιστική που ακολουθεί αποτελεί από μόνης ένα ξεχωριστό τρόπο σκέψης και αντιμετώπισης καταστάσεων γι΄ αυτό και μπορεί να επεκταθεί και σε ποσότητες πέραν του κόστους, όπως για παράδειγμα ο χρόνος, το μέγεθος κλπ. 

Ειδικά σήμερα που ζούμε σε μια εποχή όπου το time management είναι ένας γρίφος για δυνατούς λύτες, θα μπορούσαμε να αντιμετωπίζουμε καταστάσεις με βάση την παραπάνω λογική ρωτώντας κάθε φορά: “εάν το χρόνο που θα αφιέρωνα στο project A τον αφιερώσω στο project Β τι θα κερδίσω και τι θα χάσω σε κόπο, χρόνο, χρήμα ικανοποίηση κλπ;”

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: qimono – Pixabay

Διαβάστε περισσότερα

Όταν ο μαθητής έδωσε ένα επιχειρηματικό μάθημα στο δάσκαλο

Μπορεί ένας μαθητής να διδάξει το δάσκαλό του;

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα

Είχαν περάσει λίγοι μήνες από την ορκωμοσία του. Έψαχνε να δει τι θα κάνει. Είχε έρθει η ώρα να μπει στον επαγγελματικό στίβο. Το ελεύθερο επάγγελμα τον φόβιζε καθώς του ήταν εντελώς άγνωστο. Οι γονείς του και ο στενός οικογενειακός του κύκλος ήταν όλοι τους υπάλληλοι. Οι συμφοιτητές του είχαν πιάσει ήδη δουλειά ως μισθωτοί σε διάφορες εταιρείες καθώς η ζήτηση ήταν μεγάλη. Θα υπήρχε και για κείνον κάπου μια θέση. Αλλά δεν τον ενδιέφερε. Ήθελε να εξερευνήσει το άγνωστο ακόμη και αν έτρωγε τα μούτρα του!

Περίμενε κάτι να τον σπρώξει να πάρει την τελική του απόφαση. Και αυτό δεν άργησε να έρθει. Σε μια κοινωνική οικογενειακή “υποχρέωση” γνώρισε ένα μακρινό του θείο. Επιχειρηματίας από μικρό παιδί εκείνος αμέσως κατάλαβε ότι ο ήρωάς μας έψαχνε το κάτι παραπάνω. 

-Αν θες να μάθεις τα μυστικά της αγοράς πάρε με να τα πούμε μικρέ. Του έδωσε την κάρτα του και τον κοίταξε με ένα διαπεραστικό βλέμμα.

Ο φιλόδοξος νεαρός δεν έχασε την ευκαιρία. Πίστευε ότι κάθε νέα επαφή με πιο έμπειρα άτομα στον επιχειρηματικό βίο θα είχε κάτι να του προσφέρει. Και δεν έκανε λάθος. 

Το ραντεβού λοιπόν κλείστηκε μια εβδομάδα αργότερα σε ένα καφέ στην κεντρική πλατεία της πόλης. Το σημείο το επέλεξε ο θείος καθώς ήθελε να τα πούνε σε ένα μέρος όπου θα ήταν εκτεθειμένοι και οι δύο για να περάσει καλύτερα το νόημα που ήθελε στον ανιψιό του.

-¨Λοιπόν μπορείς να με ρωτήσεις ότι θέλεις μικρέ¨ αποκρίθηκε ο θείος.

-¨Εδώ δεν ήρθα για να ρωτήσω αλλά για να ακούσω τα μυστικά της αγοράς από έναν έμπειρο επιχειρηματία¨ απάντησε με θράσος ο μικρός.

Στο θείο άρεσε η επιθετικότητα του ανιψιού και παίρνοντας σοβαρό ύφος του έδωσε τις παρακάτω συμβουλές.

-¨Κοίτα να δεις μικρέ, η αγορά είναι κυνική. Θα σου φερθεί όπως της φέρεσαι. Αν είσαι καλός μαζί της θα είναι και αυτή καλή μαζί σου, αν πας να κάνεις αρπαχτές θα την πατήσεις και εσύ αργά ή γρήγορα. Αν θες να κάνεις τη δική σου επιχείρηση τον πρώτο καιρό θα πρέπει να παίξεις πολλούς ρόλους. Από το αφεντικό μέχρι τον υπάλληλο, τη γραμματέα, τον πωλητή, το λογιστή και γενικότερα το παιδί για όλες τις δουλειές. Σιγά σιγά και ενώ θα έχει αρχίσει να σε μαθαίνει ο κόσμος θα φανεί εάν αντέχεις τον ανταγωνισμό και έχεις τα κότσια να αναπτυχθείς περαιτέρω¨. 

-¨Τι εννοείς¨ ψέλλισε ο ανιψιός.

-¨Καθώς οι δουλειές θα αυξάνονται και ο τζίρος θα ανεβαίνει είναι λογικό ότι ο χρόνος δεν θα επαρκεί για να κάνεις τα πάντα μόνος σου. Θα πρέπει να δημιουργήσεις μια ομάδα που θα σε πλαισιώνει. Στα μέλη της θα αναθέσεις διάφορες δραστηριότητες ώστε να ασχολείσαι πλέον μόνο με τα πιο σημαντικά. Την ομάδα αυτή θα πρέπει να την εκπαιδεύσεις και να της εμφυσήσεις όλες τις αρχές με τις οποίες επιθυμείς να εργάζονται και με αυτόν τον τρόπο να αναπτύξεις το δικό σου προσωπικό brand βασισμένο σε μια συγκεκριμένη εργασιακή κουλτούρα.¨

Ο ανιψιός είχε εντυπωσιαστεί με όσα άκουγε και η επιθυμία του να δοκιμάσει τις αντοχές του στο επιχειρείν μεγάλωνε κάθε λεπτό που περνούσε. 

-¨Ποιό είναι το μυστικό για να πετύχω¨ ρώτησε ο ανιψιός. 

-¨Το μυστικό είναι ότι πρέπει να προλαμβάνεις καταστάσεις. Να αντιλαμβάνεσαι έγκαιρα ότι κάτι πρόκειται να πάει στραβά και να αντιδράς ανάλογα. Πρόσεχε όμως μικρέ, οι πελάτες δεν είναι όλοι ίδιοι. Στην αρχή ίσως χρειαστεί να κάνεις δουλειές με ελάχιστη αμοιβή ώστε να σε μάθει ο κόσμος. Επίσης κάποιοι πελάτες μπορεί μη σε πληρώνουν και να θέλουν να τους κάνεις τη δουλειά τζάμπα. Κοινώς να θέλουν να σε εκμεταλλευτούν. Ποτέ μην εμπιστεύεσαι κανέναν 100%. Ειδικά σε κάποιες περιπτώσεις πρέπει να έχεις πολύ γερό στομάχι για να αντέξεις και να ξεπεράσεις τις απογοητεύσεις που είναι σίγουρο ότι θα έχεις σε αυτή την αρένα που διάλεξες να αγωνιστείς.¨ 

-¨Εγώ θέλω να δίνω αξία στους πελάτες μου. Να νοιάζομαι πραγματικά για το πρόβλημα που έχουν και να κάνω ότι περνά από το χέρι μου για να τους το λύσω. Πιστεύω ότι έτσι θα δημιουργήσω καλό όνομα και δεν θα έχω θέματα με τις πληρωμές και κατ’ επέκταση με τη βιωσιμότητα της επιχείρησής μου.¨ είπε ο ανιψιός.

-¨Η πιάτσα είναι περίεργο πράγμα μικρέ και λειτουργεί με τους δικούς της κανόνες που είναι δύσκολο να τους αλλάξεις. Έχε τα μάτια και τα αυτιά σου ανοιχτά.¨ είπε ο θείος και αποχώρησε καθώς είχε ένα σημαντικό ραντεβού στο γραφείο του.

Ο ανιψιός έμεινε ελαφρά προβληματισμένος με την τελευταία φράση του θείου αλλά ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει. Μέσα στον επόμενο μήνα είχε βρει ένα χώρο να νοικιάσει και σιγά σιγά έστησε το δικό του γραφείο. Χάρηκε μόλις του ήρθαν οι πρώτες δουλειές από γνωστούς και φίλους που θέλησαν να τον στηρίξουν για να πατήσει πιο στέρεα στα πόδια του. Άρχισαν να έρχονται και νέοι πελάτες και η δουλειά ανέβαινε συστηματικά. Ώσπου κάποια στιγμή ήρθε η πρώτη απογοήτευση. Ένας πελάτης που του είχε αναθέσει ένα αρκετά μεγάλο project δεν τον πλήρωσε. Και μετά εμφανίστηκε και άλλος. Και μετά και τρίτος. Ο ήρωάς μας άρχισε να χάνει την εμπιστοσύνη του προς τον έξω κόσμο. Όσο ανέβαιναν οι δουλειές καλούνταν να αντιμετωπίσει και το πιο σκληρό πρόσωπο της αγοράς.

¨Μα γιατί συμβαίνει αυτό;¨ αναρρωτιόταν όλο και πιο συχνά. Και τότε θυμήθηκε τα λόγια του θείου: ¨Οι πελάτες δεν είναι όλοι ίδιοι. Ποτέ μην εμπιστεύεσαι κανέναν 100%. Επιπλέον η αγορά είναι κυνική. Αργά ή γρήγορα ό,τι της δώσεις θα πάρεις¨.

Έτσι λοιπόν ο ήρωάς μας έγινε πιο προσεκτικός και πολύ πιο άτεγκτος σε ορισμένες περιπτώσεις. Προσπαθούσε να προλαμβάνει καταστάσεις και γι’ αυτό κατάφερε να προστατέψει τη βιωσιμότητα της επιχείρησής του. 

Κάποια μέρα συζητώντας με ένα του πελάτη που γνώριζε το θείο του, έμαθε ότι ο τελευταίος δεν πορεύτηκε τόσα χρόνια στον κόσμο των επιχειρήσεων με το σταυρό στο χέρι. Όποτε μπορούσε να ¨δαγκώσει¨ τους συνεργάτες του το έκανε χωρίς δεύτερη σκέψη και ούτε λίγο ούτε πολύ είχε διασυνδέσεις με διάφορα κυκλώματα μέσα στα οποία έκανε αρκετές ¨αρπαχτές¨ τις οποίες φρόντιζε να μην βγουν παραέξω. Ήδη από την πρώτη τους συνάντηση ο ανιψιός είχε καταλάβει ότι ο θείος δεν ήταν και ο πιο άγιος άνθρωπος.

Μια από τις επόμενες ημέρες χτύπησε το κουδούνι του γραφείου του. Ήταν ο θείος που ήθελε να του αναθέσει μια δουλειά για να τον ενισχύσει, καθώς του αρέσει να βοηθάει τη νέα γενιά όπως επικαλέστηκε. Ο ανιψιός δεν είπε τίποτα, ανέλαβε τη δουλειά και έδειξε το καλύτερό του πρόσωπο. Ο θείος του ζητούσε συνεχώς αλλαγές και νέα πράγματα και ο φόρτος εργασίας ανέβαινε συνεχώς. Ο θείος παρέλαβε το πρώτο σκέλος του project για να το προωθήσει κατάλληλα όπως είπε και έδωσε στον ανιψιό ένα ποσό ώς προκαταβολή για του δουλειά που είχε κάνει. Η συνεργασία προχωρούσε, οι απαιτήσεις του project μεγάλωναν, ο θείος ζητούσε όλο και περισσότερα πράγματα από τον ανιψιό. Ο τελευταίος είχε αφιερώσει πάρα πολλές εργατοώρες χωρίς κάποια οικονομική ανταπόκριση καθώς όπως του έλεγε ο θείος ¨Μόλις πάρω τα λεφτά από τον επενδυτή θα σου δώσω την επόμενη δόση της αμοιβής σου. Αλλωστε εμείς είμαστε συγγενείς δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι¨. Ο ανηψιός συνέχιζε τη δουλειά ώσπου κάποια στιγμή ο θείος εξαφανίστηκε. Ο ανηψιός τον αναζήτησε αλλά το μόνο που άκουσε ήταν ότι ο θείος είχε κάποια τρεξίματα. Σταμάτησε λοιπόν να δουλεύει το project ώσπου κάποια μέρα τον επισκέφτηκε και πάλι ο κοινός τους γνωστός. Έμαθε λοιπόν ότι ο θείος είχε χρησιμοποιήσει το τμήμα του project που του είχε παραδώσει ο ανιψιός για να επωφεληθεί ένα μεγάλο χρηματικό ποσό από τους επενδυτές με τους οποίους συναναστρεφόταν οι οποίοι όμως μόλις το κατάλαβαν ότι η δουλειά δεν προχωράει άρχισαν να του ζητάνε τα λεφτά τους πίσω καθώς το project ήταν ημιτελές. 

Ο θείος λοιπόν αφού αποκαλύφθηκε η κομπίνα του ξαναεπισκέφτηκε τον ανιψιό και του ζήτησε να ολοκληρώσει το project για να το παραδώσει στους επενδυτές. Είχε στο μυαλό του να το “σπρώξει” σε μια άλλη ομάδα “επενδυτών” για να μπορέσει να ξεχρεώσει τους πρώτους.

Ο ανιψιός υποψιασμένος πλέον του ζήτησε την υπόλοιπη αμοιβή του για να το τελειώσει και τότε ο θείος βρισκόμενος σε δυσμενή θέση άρχισε να φωνάζει και ζήτησε από τον ανιψιό να του δώσει πίσω την προκαταβολή.

Ο ανιψιός αρνήθηκε καθώς όπως ανέφερε χαρακτηριστικά τα λεφτά αυτά τα είχε δουλέψει και με το παραπάνω. Ο θείος εξεράγει, χτύπησε το χέρι στο τραπέζι και σηκώθηκε να φύγει.

Τότε ο ανιψιός του θύμισε τα δικά του λόγια: ¨Η πιάτσα είναι περίεργο πράγμα θείε και λειτουργεί με τους δικούς της κανόνες που είναι δύσκολο να τους αλλάξεις. Η αγορά θα σου φερθεί όπως της φέρεσαι. Αν είσαι καλός μαζί της θα είναι και αυτή καλή μαζί σου, αν πας να κάνεις αρπαχτές θα την πατήσεις και εσύ αργά ή γρήγορα.¨

Κάπως έτσι λοιπόν ο μαθητής έδωσε ένα καλό επιχειρηματικό αλλά και ηθικό μάθημα στο δάσκαλό του.

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/sasint-3639875/

Διαβάστε περισσότερα

Οι αριθμοί λένε πάντα την αλήθεια; Άμα ξέρεις να τους διαβάζεις…

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα,

Τα μαθηματικά είναι μια επιστήμη που εφαρμόζεται σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής. Από την αμοιβή που λαμβάνουμε από την εργασία μας, το ενοίκιο και τους λογαριασμούς που πληρώνουμε, τις τιμές των καυσίμων και των προϊόντων που αγοράζουμε μέχρι τους τραπεζικούς λογαριασμούς και όλα στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, τα πάντα εκφράζονται με αριθμούς.

Λένε όμως οι αριθμοί πάντα την αλήθεια;

Πριν απαντήσουμε στο παραπάνω ερώτημα θα πρέπει να κάνουμε έναν διαχωρισμό. Έχει σημασία λοιπόν εάν ο αριθμός που εξετάζουμε εκφράζεται ως απόλυτο νούμερο ή ως ποσοστό.

Έλα να κάνουμε μαζί μια άσκηση.

Έστω ότι ένας εργαζόμενος υφίσταται μείωση του μισθού του κατά 50% (ακραίο αλλά στην Ελλάδα μπορεί να συμβεί!). Έστω ότι μετά από λίγο καιρό τον φωνάζει ο εργοδότης του και του λέει ότι για να αποκαταστήσει την αδικία θα του αυξήσει το μισθό κατά 50%.

Ωραία σκέφτεται ο εργαζόμενος. Πριν λίγους μήνες έχασα το 50% του μισθού μου και τώρα το πήρα πίσω! Άρα αναμένει να λάβει το μισθό που λάμβανε αρχικά. Και δυστυχώς το ίδιο θα ανέμεναν και όλοι όσοι βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση με αυτόν.

Στο τέλος του μήνα όμως, ο ήρωάς μας τσεκάρει τον τραπεζικό του λογαριασμό και βλέπει ότι του έχει κατατεθεί ως μισθός ένα ποσό μικρότερο από το αρχικό.

Τι συνέβη; Πού έκανε λάθος ο εργαζόμενος;

Πουθενά! Τα ποσοστά μείωσης και αύξησης όντως είναι ίδια, η βάση υπολογισμού όμως είναι διαφορετική.

Ας το ποσοτικοποιήσουμε για να το καταλάβουμε καλύτερα.

Έστω ότι ο φίλος μας λάμβανε αρχικό μισθό 1000€.

Με τη μείωση 50% που του έκανε ο εργοδότης ο μισθός του πλέον θα ήταν 50%*1000€=500€

Στη συνέχεια ο εργοδότης του έκανε αύξηση 50% άρα το μισθός του πλέον θα διαμορφωνόταν στα (1+50%)*500€=750€

Αν το παραπάνω παράδειγμα το βλέπαμε ως απόλυτα νούμερα και όχι ως ποσοστά θα λέγαμε ότι ο εργαζόμενος με τη μείωση έχασε 500€ και με την αύξηση κέρδισε 250€. Ενώ δηλαδή ως ποσοστά (μείωσης και αύξησης) είναι τα ίδια, μόνο όταν μετατραπούν σε απόλυτα ποσά φαίνεται η πραγματική διαφορά.

Για να επανέλθει δηλαδή ο εργαζόμενος στον αρχικό του μισθό θα πρέπει ο εργοδότης να του κάνει αύξηση 100% και όχι 50%, ακριβώς γιατί η βάση υπολογισμού είναι διαφορετική!

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τα λεγόμενα ποσοστά κέρδους. Εάν έχουμε δηλαδή δύο εταιρείες που από τα έργα που έχουν αναλάβει να υλοποιήσουν κερδίζουν και οι δύο 20% τότε δημιουργείται η εντύπωση ότι τα κέρδη τους είναι τα ίδια. Μπορεί όμως η μία εταιρεία να κέρδισε 20% σε ένα έργο των 10.000€ ενώ η άλλη να κέρδισε 20% σε ένα έργο των 150.000€. Σε απόλυτα ποσά η πρώτη θα έχει κέρδη 2.000€ ενώ η δεύτερη 30.000€. Βέβαια είναι διαφορετικά και τα έξοδα που έχουν αλλά και πάλι η διαφορά σε απόλυτα νούμερα είναι τεράστια.

Συμπέρασμα: Όταν συγκρίνουμε μεταξύ τους ποσοστά θα πρέπει η βάση αναφοράς να είναι η ίδια.

Θέλεις να κάνουμε ακόμη μια άσκηση;

Έστω ότι έχουμε τους παρακάτω αριθμούς:

1, 4, 6, 10, 15, 18

Αν κάποιος θέλει να βρει τη μέση τιμή των παραπάνω αριθμών τότε θα υπολογίζει το γνωστό σε όλους μας μέσο όρο ως:

(1+4+6+10+15+18)/6=9

Τι θα γινόταν όμως εάν στην παραπάνω σειρά προσθέταμε στο τέλος και τον αριθμό 156;

Αν υπολογίζαμε και πάλι το μέσο όρο θα βρίσκαμε:

(1+4+6+10+15+18+156)/7=30

Βλέπουμε λοιπόν ότι στη δεύτερη περίπτωση ο μέσος όρος δεν είναι σωστό μέγεθος για να περιγράψει τη μέση τιμή ακριβώς επειδή υπάρχει μια ακραία τιμή στο δείγμα που στρεβλώνει το αποτέλεσμα.

Σε τέτοιες περιπτώσεις ή θα πρέπει να απομονώνουμε τις ακραίες τιμές και να υπολογίζουμε μετά το μέσο όρο, ή αντί για το μέσο όρο να υπολογίζουμε τη διάμεσο, δηλαδή τον αριθμό που βρίσκεται ακριβώς στη μέση εάν τοποθετήσουμε όλα τα νούμερα του δείγματος σε αύξουσα σειρά.

Στο παράδειγμά μας η διάμεσος είναι ο αριθμός 10 που είναι πολύ κοντά στο μέσο όρο χωρίς να λάβουμε υπόψη την ακραία τιμή (το νούμερο 9 δηλαδή).

Συμπέρασμα: Τελικά το μέγεθος μετράει!

 

Άρα τελικά οι αριθμοί λένε πάντα την αλήθεια;

Φυσικά είναι η απάντηση…αρκεί να ξέρεις να τους διαβάζεις!

Και ένα ακόμη παράδειγμα πριν κλείσουμε:

Έστω ότι το μήνα Απρίλιο μια χώρα είχε ρυθμούς ανάπτυξης 5%, το Μάιο 4% και τον Ιούνιο 3%.

Εάν βάλεις τα νούμερα σε ένα διάγραμμα θα προκύψει μια γραμμή που συνεχώς μειώνεται και έτσι δημιουργείται η εντύπωση ότι η χώρα έχει ύφεση.

Σωστό; Λάθος!

Ο μείωση του ρυθμού αύξησης ενός μεγέθους λοιπόν δεν σημαίνει ότι το μέγεθος μειώνεται αλλά ότι αυξάνεται πιο αργά.

Τέλος θα πρέπει να σημειώσουμε ότι όλοι οι παραπάνω μαθηματικοί υπολογισμοί χρησιμοποιούνται από την ανάποδη τόσο από τις κυβερνήσεις όσο και από τα ΜΜΕ (άλλοτε από αμέλεια και άλλοτε εσκεμμένα) ώστε να δημιουργούν εντυπώσεις που τις περισσότερες φορές μαθηματικά δεν στέκουν!

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/chenspec-7784448/

Διαβάστε περισσότερα

Να επενδύσω αποταμιεύοντας ή να αποταμιεύσω επενδύοντας;

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα,

Επένδυση και αποταμίευση. Δύο έννοιες φαινομενικά εκ διαμέτρου αντίθετες καθώς η επένδυση στο μυαλό των περισσότερων σχετίζεται με χρήματα που πιθανότατα θα χαθούν αν κάτι πάει στραβά, ενώ η αποταμίευση έχει να κάνει με τη συλλογή των χρημάτων που περισσεύουν ώστε να είναι διαθέσιμα για μια «ώρα ανάγκης». Έτσι λοιπόν η πλειοψηφία του κόσμου στρέφεται σε πολύ μεγάλο ποσοστό στο κομμάτι της αποταμίευσης και πολύ λιγότερο σε αυτό της επένδυσης.

Οι παραπάνω απόψεις αν και αρκετά απλοϊκές έχουν αρκετή δόση αλήθειας. Το θέμα όμως αν το αναλύσει κανείς λίγο παραπάνω θα διαπιστώσει ότι είναι πολυπαραγοντικό. Υπάρχουν δηλαδή αρκετοί επιμέρους παράγοντες οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν, άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο, το αποτέλεσμα τόσο της αποταμίευσης όσο και της επένδυσης. Κάποιοι από τους παράγοντες αυτούς είναι ο πληθωρισμός, τα επιτόκια, η αποδόσεις, η αξία του χρήματος, η γεωγραφική περιοχή, η δανειοδότηση, οι επιδοτήσεις, το ρίσκο, και γενικότερα το πως κινείται η αγορά (θετικά ή αρνητικά).

Οι περισσότεροι από τους παραπάνω παράγοντες (αν όχι όλοι) έχουν άμεση ή έμμεση εξάρτηση από το χρόνο. Ο χρόνο είναι ένα μέγεθος ντετερμινιστικά ορισμένο γιατί έτσι το όρισαν οι άνθρωποι, Έτσι λοιπόν η μέρα έχει 24 ώρες για όλους, άρα όποια αλλαγή στους παραπάνω παράγοντες επηρεάζει το σύνολο της κοινωνίας. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι δεν επηρεάζονται όλοι το ίδιο καθώς δεν βρίσκονται όλοι στην ίδια οικονομική κατάσταση.

Δυστυχώς η οικονομική παιδεία δεν διδάσκεται στα σχολεία και αυτό μπορεί να συμβαίνει είτε από επιλογή είτε από αμέλεια. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο σε κάθε περίπτωση. Τα παιδιά από μικρά μαθαίνουν (;) να αποταμιεύουν χρήματα σε έναν κουμπαρά για να μπορέσουν αγοράσουν στο μέλλον κάτι που είναι κάπως πιο ακριβό. Τι θα συνέβαινε όμως εάν τα παιδία αντί για έναν κουμπαρά είχαν 3 ή ακόμη και 6; Τι θα συνέβαινε λοιπόν εάν από μικροί μπαίναμε σε μια διαδικασία διαφορετικής διαχείρισης των χρημάτων;

Η διαχείριση λοιπόν είναι μια διαδικασία που εάν διδαχθεί από μικρή ηλικία σε κάποιον, θα μπορεί ο τελευταίος να κάνει διαφορετικές επιλογές από τις τετριμμένες στην ενήλικη ζωή του. Και τι θα γίνει εάν οι επιλογές αυτές αποδειχθούν χειρότερες από τις παραδοσιακές; Η απάντηση είναι και πάλι στη λέξη διαχείριση η οποία είναι ικανή να αποτρέψει ενδεχόμενη οικονομική καταστροφή.

Στο δια ταύτα λοιπόν.

Η αποταμίευση θα πρέπει να σχετίζεται με χρήματα που μένουν στην άκρη και δεν αγγίζονται μέχρι να προκύψει κάποια μεγάλη ανάγκη, είτε καλή είτε κακή, όπως ένα θέμα υγείας ή οι σπουδές του παιδιού μου κλπ. Εκεί λοιπόν θα πρέπει να αποδίδεται ένα μέρος των χρημάτων που περισσεύουν για τα έκτακτα.

Η επένδυση από την άλλη θα πρέπει να σχετίζεται με χρήματα τα οποία τοποθετούνται σε διάφορες θέσεις από τις οποίες επιδιώκουμε να αποκτήσουν υπεραξία και να μας επιστραφούν αυξημένα κατά ένα ποσοστό. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση όμως που φαντάζει αρκετά επικίνδυνη ώστε να χαθούν χρήματα, πάντα υπάρχουν επιλογές με μεγαλύτερο ή μικρότερο ρίσκο. Άρα και εδώ υπάρχει το κομμάτι της διαχείρισης.

Η πρώτη πρόταση διαχείρισης – διάσπασης των χρημάτων μας απευθύνεται στα παιδιά τα οποία προτείνεται να χωρίσουν τον έναν και μοναδικό κουμπαρά τους σε 3 όπως φαίνεται στο παρακάτω γράφημα.

Και επειδή όλοι ελπίζουμε ότι τα παιδία θα τα καταφέρουν καλύτερα από εμάς, εάν μάθουν όχι μόνο να ξοδεύουν αλλά τόσο να αποταμιεύουν όσο και να προσφέρουν από το περίσσευμά τους τότε θα είναι έτοιμοι να διασπάσουν περεταίρω τον παραπάνω διαχωρισμό και να μεταφερθούν από τους παιδικούς κουμπαράδες στους κουμπαράδες ενηλίκων σύμφωνα με το ακόλουθο γράφημα.

Και για να γίνουμε λίγο πιο σαφείς τα επιμέρους έξοδα που προτείνεται να αντιστοιχίζονται με κάθε κουμπαρά ενηλίκων αναλύονται παρακάτω:

Αν πάλι οι κουμπαράδες των ενηλίκων μας φαίνονται πολλοί, μπορούμε (αν και δεν προτείνεται) να τους συμπτύξουμε από 6 σε 3, ως κουμπαρά αναγκών (50%), κουμπαρά επιθυμιών (30%, διασκέδαση, εκπαίδευση, γενναιοδωρία) και κουμπαρά αποταμίευσης (20%, αποταμίευση και οικ. ελευθερία). Το τελευταίο είναι γνωστό και ως κανόνας 50/30/20.

Η μέθοδος λοιπόν διαχωρισμού-διάσπασης των χρημάτων μας είναι η μόνη εγγυημένη μέθοδος επιτυχημένης οικονομικής διαχείρισης. Τα ποσοστά προφανώς και είναι ενδεικτικά και μπορεί ο καθένας να τα διαμορφώσει ανάλογα με το δικό του οικονομικό προφίλ. Όσο πιο αναλυτικός είναι πάντως ο διαχωρισμός, τόσο ακριβέστερη διαχείριση θα γίνεται σε κάθε κουμπαρά και τόσο θα μειώνεται ο κίνδυνος να ξεφύγει η κατάσταση από κάθε έλεγχο.

Επανερχόμενοι λοιπόν στο αρχικό ερώτημα (επένδυση ή αποταμίευση;), η απάντηση γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρη. Εάν αποταμιεύουμε όλα τα χρήματα που μας περισσεύουν τότε είτε τα έχουμε στην τράπεζα (με τα μηδαμινά επιτόκια) είτε τα έχουμε στο στρώμα μας, αυτά χάνουν την αξία τους λόγω του υψηλού πληθωρισμού. Εάν από την άλλη επενδύουμε όλα μας τα χρήματα ειδικά σε θέσεις που δεν γνωρίσουμε τότε ο κίνδυνος να τα «χάσουμε όλα» είναι πολύ αυξημένος. Εξάλλου είναι εμφανές ότι ο παραπάνω πίνακας περιέχει στοιχεία τόσο αποταμίευσης όσο και επένδυσης.

Συνεπώς όπως στα περισσότερα πράγματα η βέλτιστη λύση βρίσκεται σε κάποια ενδιάμεση θέση (και όχι ακριβώς στο μέσον!). Εν μέρει δηλαδή αποταμίευση για να καλύπτουμε τις άμεσες ανάγκες μας έχοντας την απαιτούμενη ρευστότητα και εν μέρει επένδυση με κατάλληλη διασπορά για μείωση του ρίσκου και των ενδεχόμενων απωλειών.

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/nattanan23-6312362/