Ο προπονητής που φώναζε για καλό;
Στο παρόν άρθρο αναρωτιόμαστε εάν οι πάσης φύσεως προπονητές διαχειρίζονται σωστά τις καταστάσεις που τους παρουσιάζονται καθώς και εάν οι αθλητές αντιδρούν με ορθό τρόπο.
(ευχαριστώ πολύ το περιοδικό ποικίλης ύλης ideostrovilos.gr για τη δημοσίευση του άρθρου μου)
Αρχικά θα παρουσιαστεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από το βιβλίο μου «Λύνοντας έναν από τους μεγαλύτερους γρίφους του αιώνα» και ακολούθως μια άσχημη παραλλαγή του που καταδεικνύει με εμφατικό τρόπο το βαθμό πίεσης που βιώνει μια μεγάλη μερίδα των νέων παιδιών σήμερα.
«Όταν ήμουν μικρός είχα παίξει σε διάφορους ποδοσφαιρικούς συλλόγους. Δεν θα ξεχάσω ποτέ όμως την πρώτη μου προπόνηση σε ένα σύλλογο όντας φοιτητής γύρω στα 20.
Αφού κάναμε τις απαιτούμενες ασκήσεις και άρχισα να γνωρίζω τους συμπαίκτες μου, ήρθε η ώρα για ένα γρήγορο οικογενειακό δίτερμα. Εγώ θέλοντας να δείξω τις ικανότητές μου έπαιρνα αρκετές ατομικές προσπάθειες, άλλες επιτυχημένες και άλλες όχι. Σε κάποια φάση βγαίνοντας από πλάγια θέση απέναντι από τον αντίπαλο τερματοφύλακα κάνω ένα πολύ δύσκολο σουτ και περνάω τη μπάλα από το μάτι της βελόνας στέλνοντάς την στην απέναντι γωνία. Ήταν ομολογουμένως ένα πολύ δύσκολο και εντυπωσιακό γκολ.
Οι νέοι συμπαίκτες μου ήρθαν όλοι να μου δώσουν συγχαρητήρια αλλά ο προπονητής μου στην άκρη του γηπέδου άρχισε να ωρύεται. Ήρθε προς το μέρος μου φωνάζοντας ότι αυτό που έκανα ήταν απαράδεκτο και ότι με τη συμπεριφορά μου αυτή ακυρώνω την προσπάθεια όλης της ομάδας.
Δεν τον ενδιέφερε το εντυπωσιακό γκολ, τον ενδιέφερε μόνο ότι είχα επιλογή να «σπάσω» τη μπάλα παράλληλα με το τέρμα και να δώσω πάσα σε ένα συμπαίκτη μου που ήταν ελεύθερος και μπορούσε να σκοράρει πολύ πιο άνετα.
Ένας άνθρωπος δηλαδή που με είχε γνωρίσει μόλις δύο ώρες νωρίτερα με κατσάδιασε γιατί έβαλα την ατομική μου προβολή πάνω από το συμφέρον της ομάδας. Μου είπε ότι το ποδόσφαιρο είναι ομαδικό άθλημα και αν θέλω να παίζω μόνος μου να πάω να παίξω γκολφ!
Σήμερα που πάω το γιο μου να παίξει ποδόσφαιρο. Παρατηρώ τόσο στις προπονήσεις όσο και στα φιλικά που παίζουν ότι τα παιδιά μόλις κλέψουν τη μπάλα ξεκινάνε μια ατέρμονη προσπάθεια να κάνουν όσα περισσότερα σπριντ, ντρίπλες, σουτ μπορούν προσπαθώντας να κερδίσουν τις εντυπώσεις και η τελευταία επιλογή στο μυαλό τους είναι να δώσουν μια πάσα!
Όντως αρκετά μικρά ίσως δεν είναι σε θέση να πειθαρχήσουν, να ακολουθήσουν μια συγκεκριμένη τακτική ή να εκτελέσουν σχηματισμούς κλπ, αλλά αυτό που μου κάνει περισσότερη εντύπωση είναι ότι ο προπονητής τους δεν τους το επισημαίνει καν. Αφήνει τα παιδιά να προσπαθούν να τα κάνουν όλα μόνα τους και δεν τους σταματάει ώστε να τους εξηγήσει τη δύναμη της συνεργασίας.
Μακάρι να ήταν όλοι οι προπονητές όπως εκείνος που μου φώναξε όσο κανένας άλλος γιατί επέλεξα το ατομικό από το συλλογικό.»
Ένας προπονητής λοιπόν που ξέρει να καθοδηγεί και ένας παίκτης με προσόντα που ξέρει να ακούει και να πειθαρχεί θα μπορούσαν να βασίζουν στο παραπάνω περιστατικό τη δημιουργία μιας μακροχρόνιας και επιτυχυμένης συνεργασίας.
Η λανθασμένη όμως διαχείριση είτε από τη μία είτε και από τις δύο πλευρές συνήθως έχει αρνητικά αποτελέσματα όπως φαίνεται και από το ακόλουθο παράδειγμα.
Η αθλήτρια που έβαλε τα κλάματα
Πριν περίπου 2 χρόνια είχα βρεθεί σε ένα στάδιο επαρχιακής πόλης για κάποια εργασία πάνω στο αντικείμενό μου (Πολιτικός Μηχανικός). Στο στάδιο υπήρχαν διάφοροι αθλητές που είτε προπονούνταν μόνοι τους είτε σε ομάδες υπό την καθοδήγηση των προπονητών τους. Ανάμεσα σε αυτούς του αθλητές υπήρχε και μια κοπέλα η οποία είχε έρθει με τον προσωπικό προπονητή της. Αφού ολοκλήρωσαν το ζέσταμα ο προπονητής την έβαλε να τρέξει κάποιους γύρους και τη χρονομετρούσε. Κάθε φορά που περνούσε από το σημείο που βρισκόταν ο προπονητής, εκείνος την πίεζε να πάει ακόμα πιο γρήγορα. Κάποια στιγμή άρχισε να την πιέζει πάρα πολύ και να της μιλάει έντονα.
Η κοπέλα που έτρεχε τόση ώρα μέσα στον ήλιο φαινόταν να έχει κουραστεί αλλά ο προπονητής της δεν συγκινήθηκε. Οι συνθήκες δεν ήταν κατάλληλες και η απόδοσή της ολοένα και έπεφτε αντί να ανεβαίνει. Όταν του ζήτησε να σταματήσει για λίγο το τρέξιμο και να κάνει ένα διάλειμμα, εκείνος άρχισε να της φωνάζει ότι ο χρόνος της είναι τραγικός, ότι δεν θα έχει καμία τύχη αν δεν προσπαθήσει περισσότερο, ότι ο ίδιος χάνει το χρόνο του και άλλα τέτοια. Της μίλησε τόσο έντονα και με τέτοια αγένεια που η κοπέλα έμεινε να τον κοιτάει μην ξέροντας τι να κάνει. Ξαφνικά άρχισε να κλαίει και πήγε και έκατσε στον πάγκο. Ο προπονητής της, την πλησίασε προσποιούμενος ότι νοιάζεται αλλά κάτι της είπε και τότε η κοπέλα τον έσπρωξε μακριά της, του ζήτησε να την αφήσει ήσυχη και έφυγε κλαίγοντας ακόμα πιο δυνατά.
Ήταν εμφανής η πίεση που της δημιουργούσε αυτός ο προπονητής με κάθε του κουβέντα και πιθανώς εκείνο το ξέσπασμά της να ήταν η εκτόνωση όλης της έντασης που είχε συσσωρεύσει καιρό πριν.
Η λάθος διαχείριση του περιστατικού από τον προπονητή σε συνδυασμό με τη διαρκή πίεση, είχαν δημιουργήσει στην κοπέλα τέτοιο άγχος επίδοσης που όσο και να ήθελε το γυμνασμένο σώμα της να επιτύχει, το πνεύμα της είχε ήδη παραιτηθεί.
Τι συμβαίνει γενικά;
Σύμφωνα με τα παραπάνω παραδείγματα σωστός προπονητής/coach/καθοδηγητής/manager δεν είναι μόνο αυτός που έχει γνώσεις ή πιέζει τους αθλητές/μαθητές του να ακολουθήσουν συγκεκριμένες πρακτικές και διαδικασίες. Σωστός προπονητής είναι εκείνος που διαχειρίζεται με τέτοιο τρόπο τις καταστάσεις ώστε να οδηγήσει τους αθλητές του να έχουν τη μέγιστη δυνατή επίδοση όντας ταυτόχρονα διανοητικά συγκροτημένοι και ισορροπημένοι.
Δυστυχώς ζώντας σε μια εποχή συνεχούς αυξανόμενης ταχύτητας πολλά πράγματα συχνά πιέζονται στα άκρα. Έτσι λοιπόν εκτός από τον αθλητικό τομέα, αντίστοιχα έντονα περιστατικά παρουσιάζονται και σε άλλους τομείς των ανθρώπινων δραστηριοτήτων όπως στον εργασιακό τομέα (burnout, έλλειψη work-life balance, σιωπηρή παραίτηση κλπ) αλλά και στον εκπαιδευτικό. Ειδικά στον τελευταίο τα παιδιά πιέζονται συνεχώς να αυξήσουν τις επιδόσεις τους με αποκορύφωμα τις Πανελλήνιες εξετάσεις όπου από ένα αξιοκρατικό μέσο αξιολόγησης έχουν μετατραπεί σε έναν ατέρμονο μοναχικό αγώνα δρόμου με αποτέλεσμα όποιος δεν μπορεί να ανταποκριθεί να απογοητεύεται σε υπερθετικό βαθμό, να νιώθει αποτυχημένος και δυστυχώς κάποιες φορές να οδηγείται σε ακραίες αντιδράσεις.
Τελικά ο προπονητής φώναζε για καλό;
Εσύ τι γνώμη έχεις;
Πηγή εικόνας: rojesh55 – Pixabay
Να παίξουμε θέλουμε!
Στο σημερινό άρθρο αναρωτιόμαστε αν υπάρχει κάτι που πραγματικά λείπει από τα σημερινά παιδιά σε έναν κόσμο αφθονίας.
του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα
(ευχαριστώ πολύ το Περιοδικό ποικίλης ύλης – Ιδεοστρόβιλος για τη δημοσίευση του άρθρου μου)
Είναι δεδομένο ότι τα παιδιά στη σύγχρονη εποχή που διανύουμε μεγαλώνουμε με εντελώς διαφορετικό τρόπο σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές. Η είσοδος της τεχνολογίας σε κάθε πτυχή της ζωής μας έχει επηρεάζει τις συνήθειες μικρών και μεγάλων, με το αίσθημα του κατ’ επείγοντος να πλανάται γύρω σχεδόν από κάθε δραστηριότητά μας.
Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι σε πολλές περιπτώσεις να μην μπορούμε να βιώσουμε αυτό που θέλουμε, ή αν τελικά καταφέρουμε να το βιώσουμε να μην το απολαύσουμε επαρκώς.
Ας δούμε ένα απλό αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Πρόκειται για αληθινό περιστατικό που έλαβε χώρα σε ένα παιδικό πάρτι. Πρωταγωνιστές ήταν ο γιος μου με ένα φίλο του. Το πάρτι διεξαγόταν σε μια ακαδημία ποδοσφαίρου και οι μικροί μας φίλοι δεν έχασαν την ευκαιρία να ξεκινήσουν να παίζουν με μια μπάλα. Έτρεχαν, σούταραν, έπεφταν κάτω, ξανασηκώνονταν, γελούσαν, φώναζαν και έδειχναν πραγματικά χαρούμενοι.
Κάποια στιγμή η υπεύθυνη του πάρτι μπήκε μέσα στο γήπεδο και φώναξε στα παιδιά να πάνε να φάνε γιατί είχε σερβιριστεί το φαγητό και δεν έπρεπε να κρυώσει. Κάποια από τα παιδιά σταμάτησαν το παιχνίδι και άρχισαν να τρέχουν προς το σημείο που προοριζότανε για το γεύμα τους. Κάποια άλλα όμως συνέχισαν το παιχνίδι τους μη δίνοντας σημασία. Μετά από λίγα λεπτά η υπεύθυνη ξαναήρθε για να φωνάξει και τα υπόλοιπα. Εγώ παρατηρούσα προσεκτικά τα παιδιά που είχανε μείνει μέσα στο γήπεδο. Ήταν σαφές ότι προτιμούσαν να συνεχίσουν να παίζουν παρά να πάνε για φαγητό. Ήταν προφανές ότι αυτό που τους γέμιζε πιο πολύ ήταν το παιχνίδι με τους φίλους τους.
Κάποια από τα εναπομείναντα παιδιά σταμάτησαν να παίζουν και πήγανε να φάνε, ενώ κάποια άλλα ήρθαν και τα φώναξαν οι γονείς τους. Έτσι έμειναν μόνο δύο παιδάκια μέσα στο γήπεδο που εξακολουθούσαν να παίζουν σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Ήταν ο γιος μου και ένας φίλος του. Εγώ με τη σύζυγό μου καθόμασταν στο ίδιο τραπέζι με τους γονείς του φίλου του γιου μου. Στον προβληματισμό εάν θα πρέπει να φωνάξουμε και εμείς τα παιδιά μας να πάνε να φάνε πρότεινα να μην κάνουμε τίποτα και να περιμένουμε να δούμε τι θα γίνει.
Η υπεύθυνη του πάρτι ήρθε για ακόμη μια φορά εμφανώς εκνευρισμένη να φωνάξει για τελευταία φορά τα παιδιά μας να πάνε να φάνε. Εκείνα δεν της έδωσαν σημασία για ακόμη μια φορά και τότε η υπεύθυνη πήρε τη μπάλα στα χέρια της για να αναγκάσει τα παιδιά να σταματήσουν το παιχνίδι. Τότε ο φίλος του γιου μου της τραβάει τη μπάλα από το χέρι και της λέει φωνάζοντας: «Να παίξουμε θέλουμε»! Πήρε λοιπόν τη μπάλα την έριξε στο γιο μου και συνέχισαν το παιχνίδι τους αδιαφορώντας πλήρως για την υπεύθυνη η οποία είχε μείνει με το στόμα ανοικτό, προφανώς μην περιμένοντας μια τέτοια εξέλιξη.
Το συμπέρασμα
Το παραπάνω παράδειγμα όσο απλό και αν φαντάζει είναι ενδεικτικό των όσων συμβαίνουν στη σημερινή κοινωνία. Αρχικά το σερβίρισμα του φαγητού που παρουσιάστηκε ως επείγον στα παιδιά, τα οποία κλήθηκαν να σταματήσουν το παιχνίδι τους, δηλαδή κάτι που τους ευχαριστούσε για να κάνουν κάτι που τους ζήτησαν κάποιοι άλλοι. Γιατί θα έπρεπε σε ένα παιδικό πάρτι να σερβιριστεί το φαγητό μια προκαθορισμένη ώρα και δεν γινόταν να αφεθούν τα παιδιά στο παιχνίδι τους και όταν κουράζονταν, χαρούμενα πλέον να πάνε να φάνε;
Το δεύτερο και πιο σημαντικό είναι η συμπεριφορά του φίλου του γιου μου, ο οποίος όχι και με τον πιο ευγενικό τρόπο, διεκδίκησε αυτό που λείπει στα περισσότερα σημερινά παιδιά, το παιχνίδι. «Να παίξουμε θέλουμε» είπε στην υπεύθυνη. Σαν να της έλεγε: «Δεν μας ενδιαφέρει το φαγητό, αυτό που μας λείπει είναι το παιχνίδι με τους φίλους μας. Κάτι θα βρούμε να φάμε στο σπίτι μας, όταν θα κλείσει η πόρτα και θα είμαστε πάλι μόνοι μας. Τώρα όμως είμαστε με τους φίλους μας, και αυτό έχει τη μεγαλύτερη σημασία απ’ όλα».
Σημαντική παρατήρηση
Σε μια εποχή που προβάλλεται το ατομικό έναντι του συλλογικού και που η επικρατούσα άποψη είναι ότι το προσωπικό όφελος υπερισχύει όλων των άλλων, η κίνηση που έκανε ο φίλος του γιου μου δεν ήταν απλά να διεκδικήσει τη μπάλα για να πάει να παίξει μόνος του, αλλά μόλις την πήρε την έδωσε αμέσως στο γιο μου ώστε να παίξουν μαζί, βάζοντας το συλλογικό πάνω από το ατομικό.
Δυστυχώς όμως η έντονη και απαιτητική καθημερινότητα των μεγάλων, με επίκεντρο κυρίως την εργασία τους, έχει επηρεάσει λίγο έως πολύ και την καθημερινότητα των μικρών παιδιών τα οποία καλούνται να λειτουργούν βάσει συγκεκριμένου προγράμματος.
Ευτυχώς όμως που τα ίδια τα παιδιά διεκδικούν σε κάθε ευκαιρία αυτό που δικαιούνται: Το παιχνίδι!
Εσύ τι γνώμη έχεις;
Πηγή εικόνας: NickyPe – Pixabay
Άρθρο μου στο 15ο Τεύχος του περιοδικού «e-Άλληλον»
Ευχαριστώ θερμά το 15ο Τέυχος του περιοδικού «e-Άλληλον» για τη φιλοξενία του άρθρου μου με τίτλο “Η μετα-κοινωνία απειλεί τη δημοκρατία”.
(Τεύχος 15o/Σεπτέμβριος 2024, σελ. 5-7)
Ολόκληρο το περιοδικό μπορείτε να το βρείτε στο https://allilonnet.com/Τεύχος15
Τα βιώσιμα σπίτια αλλάζουν την ελληνική νοοτροπία
Με αφορμή το τελευταίο κύμα καύσωνα και σε συνδυασμό με την αυξημένη ανοικοδόμηση, αναρωτιόμαστε εάν θα αλλάζαμε κάτι στο άρθρο που είχα γράψει πριν μια δεκαετία περίπου για το περιοδικό “ΠΡΑΣΙΝΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΚΤΙΡΙΟ”.
Το άρθρο παρουσιάζεται αυτούσιο παρακάτω. (Τεύχος 38/2015, σελ. 54-56)
Ερχόμενοι στο σήμερα, παρατηρούμε ότι δεν θα αλλάζαμε σχεδόν τίποτα καθώς η ανοικοδόμηση συνεχίζεται ακριβώς με την ίδια νοοτροπία που γινόταν και πριν την περίοδο της κρίσης και όλοι οι εμπλεκόμενοι ενεργούν σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα.
Προφανώς και η νοοτροπία είναι κάτι που αλλάζει πολύ δύσκολα καθώς σχετίζεται με τον τρόπο που μεγάλωσε κάποιος και τα ερεθίσματα και τις εμπειρίες που είχε από μικρός.
Τέλος το γεγονός ότι κατασκευάζονται ενεργειακά αποδοτικά (Α+) ή ακόμα και παθητικά κτίρια δε σημαίνει ότι αυτομάτως είναι και οικολογικά. Για παράδειγμα η αυξημένη θερμομόνωση, η αεροστεγανότητα, και ο μηχανικός αερισμός (με ανάκτηση θερμότητα κατά τα πρότυπα του παθητικού κτιρίου) εφαρμόζονται κατά κύριο λόγο σε συμβατικές κατασκευές που επιδιώκουν να τις κάνουν πιο αποδοτικές.
Σύμφωνα με την παραπάνω νοοτροπία κατασκευής εξακολουθούμε να μην αντιμετωπίζουμε τα κτίρια ως ζωντανούν οργανισμούς που αναπνέουν πράγμα που καταδεικνύει ότι για μια ακόμη φορά η εκπαιδευτική διαδικασία στον τομέα των κατασκευών καθοδηγείται από συγκεκριμένες ντιρεκτίβες και κατ’ αυτόν τον τρόπο περιορίζει τους μελετητές και του κατασκευαστές από το να δημιουργήσουν ελεύθερα και τους βάζει σε ένα νέο κύκλο ανταγωνισμού προς τη λάθος κατεύθυνση.
Εσύ τι γνώμη έχεις;
Πηγή εικόνας: johansenaue – Pixabay
Μπορούμε να διαχειριστούμε το χρόνο;
Πως διαχειρίζεσαι κάτι που δεν μπορείς να αλλάξεις;
γράφει ο Κωνσταντίνος Παπαλίτσας
Τι είναι ο χρόνος;
Μια φαινομενικά τόσο απλή ερώτηση που δεν μπορεί να απαντηθεί στο 100%.
Ο χρόνος είναι μια έννοια με την οποία είναι συνυφασμένα σχεδόν τα πάντα. Ακόμη και η ίδια η ανθρώπινη ζωή καθορίζεται από συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα. Κάποιοι πιστεύουν ότι χρόνος είναι η πορεία από το παρελθόν στο μέλλον το λεγόμενο και βέλος του χρόνου. Άλλοι θεωρούν ότι χρόνος είναι αυτό που μετράνε τα ρολόγια μας. Τέλος υπάρχουν και αυτοί που αντιμετωπίζουν το χρόνο ως την τέταρτη διάσταση και γι’ αυτό το λόγο είναι πολύ δύσκολο να τον ορίσουν όπως γίνεται και με τόσα άλλα πράγματα όπως τα χρώματα, οι μυρωδιές, τα συναισθήματα κλπ.
Δηλαδή όσο δύσκολο είναι να ορίσει κανείς το πράσινο χρώμα ή τη μυρωδιά της λεβάντας, άλλο τόσο δύσκολο είναι να ορίσει και το χρόνο. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να προσπαθήσει να τον προσδιορίσει με παραδείγματα: Ο χρόνος που χρειάζομαι για να λύσω ένα σταυρόλεξο είναι 30 λεπτά, ο χρόνος του διαλείμματος στο σχολείο είναι 15 λεπτά, ο χρόνος που διαρκεί ένα ποδοσφαιρικός αγώνας είναι 1,5 ώρα, οι καλοκαιρινές διακοπές διαρκούν 10 ημέρες κ.ο.κ.
Από την παραπάνω θεώρηση μπορούμε να συμπεράνουμε αυτό που είχε πει και ο Α. Αϊνστάιν, ότι ο χρόνος δεν υπάρχει, είναι μια ανθρώπινη επινόηση που εξυπηρετεί ανθρώπινες ανάγκες (π.χ. ύπνος, σίτιση, διασκέδαση κλπ).
Επεκτείνοντας αυτή τη συλλογιστική μπορούμε να πούμε ότι ο χρόνος είναι ένα μέγεθος ντετερμινιστικά ορισμένο γιατί πολύ απλά έτσι τον όρισαν οι άνθρωποι.
*Να σημειώσουμε εδώ ότι δεν θα ασχοληθούμε με το θεωρητικό υπόβαθρο όπου σύμφωνα με τη θεωρία της σχετικότητας σε πολύ υψηλές ταχύτητες ο χρόνος κυλάει πιο αργά, καθώς σκοπός αυτού του άρθρου είναι να διερευνηθεί εάν ο χρόνος είναι ένα μέγεθος διαχειρίσιμο για τις συνήθεις καθημερινές ανθρώπινες δραστηριότητες.
Είναι ο χρόνος ίδιος για όλους;
Ναι. Η μέρα έχει 24 ώρες για όλους. Άρα με μια πρώτη ανάγνωση ο χρόνος ως ντετερμινιστικά ορισμένο μέγεθος δεν μπορεί να διαχειριστεί.
Πως γίνεται όμως κάποιοι άνθρωποι να τα καταφέρνουν καλύτερα από κάποιους άλλους; Γιατί κάποιοι πετυχαίνουν πολύ περισσότερα τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο;
Μήπως αυτοί οι άνθρωποι καταφέρνουν να διαχειρίζονται το χρόνο; Μήπως το time management υπάρχει τελικά;
Πριν απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να κάνουμε ένα διαχωρισμό μεταξύ των ανθρώπων που είναι πολύ δραστήριοι, ασχολούνται με πάρα πολλά πράγματα και φαντάζουν αεικίνητοι με αυτούς που ενεργούν στοχοθετημένα με πλάνο και συνέπεια. Η διαφορά μεταξύ των δύο παραπάνω ομάδων πολλές φορές είναι δυσδιάκριτη και μπορεί μόνο να αποτυπωθεί από την παραγωγικότητα και τα αποτελέσματα του καθενός. Παρόλο που μιλάμε για διαχείριση χρόνου, δεν έχει τόσο πολύ σημασία πόσο χρόνο αφιερώνει κανείς σε μία εργασία αλλά το αποτέλεσμα που φέρνει ολοκληρώνοντάς την και ακολούθως εάν έχει παρόμοια παραγωγικότητα πηγαίνοντας σε κάθε επόμενη εργασία.
Μπορεί δηλαδή ο χρόνος αντιμετωπίζοντάς τον ως απόλυτο μέγεθος να μην μπορεί να διαχειριστεί, διαχειρίζονται όμως οι προτεραιότητες ή η σημασία που δίνουμε στα πράγματα που συμβαίνουν. Βασική διεργασία του ορισμού προτεραιοτήτων είναι η ιεράρχισή τους. Μέρος δε της ιεράρχησης προτεραιοτήτων, του σχεδιασμού και του προγραμματισμού είναι η χρονική ακρίβεια. Αν δεν μπορείς από το πιο απλό που είναι να είσαι στην ώρα σου σε μια προγραμματισμένη συνάντηση μέχρι το πιο σύνθετο που είναι να παραδώσεις ένα project εντός προθεσμίας, είναι πιθανό να ασχολείσαι με πάρα πολλά πράγματα ταυτόχρονα, και αυτό να σου κλέβει την ικανότητα να συγκεντρώνεσαι, σου μειώνει την παραγωγικότητα και δίνει την εντύπωση ότι δεν διαχειρίζεσαι σωστά το χρόνο σου.
Είναι μύθος το multitasking;
Η ταυτόχρονη ενασχόληση με πολλά πράγματα που ονομάζεται multitasking, θεωρείται από τα σημαντικότερα προτερήματα κάποιου της σημερινή εποχή και επιζητείται διακαώς στον κόσμο των επιχειρήσεων. Η αλήθεια όμως είναι ότι σε αποτρέπει από το να έχεις τη βέλτιστη απόδοση σε αυτό που είσαι πραγματικά καλός.
Μια ρωσική παροιμία λέει ότι αν κυνηγάς ταυτόχρονα δύο λαγούς δεν θα πιάσεις ποτέ κανέναν. Αντίστοιχα εάν βάλεις τα πόδια σου σε δύο βάρκες που είναι δίπλα-δίπλα και ξεκινήσεις να κάνεις κουπί κάποια στιγμή οι βάρκες θα απομακρυνθούν. Ακόμα και ο ηλεκτρονικός υπολογιστής διαβάζει ένα κομμάτι κώδικα κάθε χρονική στιγμή, άσχετα αν το κάνει πολύ γρήγορα και μας δίνει την εντύπωση ότι εκτελεί πολλές εργασίες ταυτόχρονα.
Τα χαρακτηριστικά αυτά παραδείγματα ενισχύουν την άποψη όλο και περισσότερων ανθρώπων ότι το multitasking είναι ένας μύθος.
Απέναντι λοιπόν στο multitasking υπάρχει μια εναλλακτική που έχει να κάνει με τη διαχείριση χρόνου, και ονομάζεται time blocking. Η δέσμευση δηλαδή συγκεκριμένων χρονικών διαστημάτων για την εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών ξεκινώντας από την πιο σημαντική. Κατ’ αυτόν το τρόπο θα εστιάζεις σε ένα πράγμα τη φορά, θα έχεις μεγαλύτερη παραγωγικότητα και επιπλέον θα έχεις και την αίσθηση ότι διαχειρίζεσαι σωστότερα το χρόνο σου.
Τελικά μήπως μέσω του σωστού time management ο χρόνος από μέσο μέτρησης της διάρκειας των ανθρώπινων δραστηριοτήτων μπορεί να μετατραπεί σε μέσο προσωπικής και επαγγελματικής ανάπτυξης;
Εσύ τι γνώμη έχεις;
Πηγή εικόνας: geralt – Pixabay
*Το άρθρο αναδημοσιεύθηκε και στις ιστοσελίδες
Ενεργειακή μετάβαση…No one should be left behind
Πως μπορούν οι απλοί πολίτες να συμβάλουν στην καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχιας;
του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα
«Ἐν ἀρχῇ ἦν η ενεργειακή φτώχια»
Με αφορμή τα νέα τιμολόγια ρεύματος σε συνδυασμό με την ευμεταβλητότητα των τιμών μονάδος του ηλεκτρικού ρεύματος έρχεται και πάλι στο προσκήνιο το θέμα της ενεργειακής φτώχιας. Ένα θέμα το οποίο απασχολεί την ανθρωπότητα εδώ και περίπου 45 χρόνια. Εύλογα λοιπόν θα αναρωτηθεί κάποιος τι διαφορετικό έχει η ενεργειακή φτώχια από τη γενικότερη έννοια της φτώχιας.
Φτώχια η μία, φτώχια και η άλλη. Γιατί θα πρέπει να υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός;
Η γενική έννοια της φτώχιας περιγράφεται από δύο βασικούς παράγοντες:
Πρώτον τα διαθέσιμα εισοδήματα (που σχετίζονται με το εργασιακό καθεστώς αλλά και την ανάπτυξη μιας χώρας) και δεύτερον με τις τιμές των προϊόντων (που σχετίζονται τόσο με εσωτερικούς όσο και με εξωγενείς παράγοντες (όπως οι πόλεμοι, οι οικονομικές και υγειονομικές κρίσεις τα καιρικά φαινόμενα κλπ).
Από την άλλη για να ορίσουμε την ενεργειακή φτώχια θα πρέπει εκτός τον δύο παραπάνω βασικών παραγόντων θα θέσουμε στην εξίσωση και ακόμη έναν ο οποίος ακούει στο όνομα εξοικονόμηση. Για να θεωρηθεί δηλαδή κάποιος ενεργειακά φτωχός δεν αρκεί να έχει χαμηλά εισοδήματα ή/και να είναι υψηλές οι τιμές των βασικών προϊόντων και αγαθών, αλλά επηρεάζεται ταυτόχρονα και από το θέμα της εξοικονόμησης ενέργειας τόσο σε μικροσκοπικό όσο και σε μακροσκοπικό επίπεδο. Στην έννοια δηλαδή της εξοικονόμησης δεν περιέχεται μόνο η ενεργειακή κλάση μιας κατοικίας (θερμικές απώλειες και συστήματα θέρμανσης-ψύξης-αερισμού) αλλά και η επίπτωση που έχει σε αυτή ο τρόπος παραγωγής και μεταφοράς του καύσιμου υλικού που τη θερμαίνει (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, ρεύμα κλπ) και φυσικά κοινωνικοπολικοί παράγοντες.
Για να γίνει πιο κατανοητό το παραπάνω ας δώσουμε ένα παράδειγμα.
Ας υποθέσουμε πως μια οικογένεια που αμείβεται αρκετά πάνω από το μέσο όρο είναι σε θέση να πληρώσει το απαιτούμενο ποσό για να θερμάνει το σπίτι της ανεξάρτητα από τις τιμές στο «χρηματιστήριο» της ενέργειας. Αν όμως στην πολυκατοικία στην οποία βρίσκεται η ιδιοκτησία της, παρθεί η απόφαση να μη λειτουργήσει η κεντρική θέρμανση, τότε η οικογένεια αυτή παρόλο που έχει τη δυνατότητα να πληρώσει για τη θέρμανση του σπιτιού της (δεν είναι δηλαδή με τη γενική έννοια φτωχή), βιώνει καταστάσεις ενεργειακής φτώχιας, καθώς το σπίτι τους δεν θερμαίνεται.
Αντίστοιχα εάν η παραπάνω οικογένεια ζει σε ένα σπίτι το οποίο παρουσιάζει μεγάλες απώλειες ενέργειας ή/και χρησιμοποιεί συστήματα θέρμανσης-ψύξης μη αποδοτικά, τότε και πάλι μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε ενεργειακά φτωχή παρά την καλή οικονομική της κατάσταση.
Κλείνοντας την αναφορά μας στην ενεργειακή φτώχια, μπορούμε να πούμε ότι εκτός από τα συστήματα εξοικονόμησης στην παραγωγή και μεταφορά της ενέργειας καθώς και τη χρήση των ΑΠΕ, κομβικό ρόλο στην τελική εξοικονόμηση μιας ιδιοκτησίας είναι ο ίδιος ο χρήστης της. Επισημαίνουμε δηλαδή το γεγονός ότι η κατανάλωση ενέργειας έχει να κάνει κατά πολύ μεγάλο βαθμό και με το τρόπο που χρησιμοποιούμε την ιδιοκτησία μας και τα διάφορα εγκατεστημένα συστήματά της. Αν δώσουμε λοιπόν την ίδια κατοικία να την κατοικήσουν δύο διαφορετικές οικογένειες, τότε θα παρατηρήσουμε ότι παρόλο που τα ενεργητικά και τα παθητικά συστήματα εξοικονόμησης ενέργειας είναι τα ίδια, οι συνολικές μηνιαίες καταναλώσεις στις δύο παραπάνω περιπτώσεις θα είναι διαφορετικές. Είναι ένα φαινόμενο αντίστοιχο με την κατανάλωση καυσίμου σε ένα αυτοκίνητο, η οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο από τα τεχνικά χαρακτηριστικά του αυτοκινήτου αλλά και από την οδηγική συμπεριφορά του εκάστοτε οδηγού (εάν είναι ήρεμος, νευρικός κ.ο.κ.).
Δυστυχώς για άλλη μια φορά παρατηρείται έλλειμα εκπαίδευσης των πολιτών ως προς το πως να κατοικούνε με ορθολογικό τρόπο, εκπαίδευση που θα έπρεπε να είχε ενταχθεί στα σχολικά προγράμματα από τη νηπιακή ηλικία.
Η φύση είναι σύμμαχός μας
Από τη μία λοιπόν βρίσκονται οι άνθρωποι που με τις δραστηριότητές τους επιβαρύνουν το περιβάλλον σε υπερθετικό βαθμό και από την άλλη η φύση αντιδρά με όλο και πιο έντονο τρόπο στις δραστηριότητες αυτές. Πλημμύρες, φωτιές, έντονες χιονοπτώσεις, τυφώνες είναι μόνο μερικά από τα αποτελέσματα της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Τα έντονα αυτά φαινόμενα εμφανίζονται όλο και πιο συχνά καθώς έχει διαταραχθεί σε μεγάλο βαθμό η οικολογική ισορροπία που ή ίδια η φύση είχε δημιουργήσει. Μια ισορροπία που ομολογουμένως μόνο δίκαιη δεν είναι, καθώς δεν υπάρχει ισότητα μεταξύ των διαφόρων ζωικών ή φυτικών οργανισμών και στις πλείστες των περιπτώσεων επικρατεί ο νόμος του ισχυρού (το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, το μεγάλο δέντρο καταλαμβάνει το μεγαλύτερο χώρο κλπ). Παρά όμως τις ανισότητες αυτές τα φυσικά οικοσυστήματα, τείνουν να διατηρήσουν την ισορροπία στην οποία έχουν επέλθει αντιδρώντας σε οτιδήποτε πάει να τη διασπάσει μέσω της εκδήλωσης αυτών των έντονων καιρικών φαινομένων για να αντισταθμίσουν τις ανθρωπογενείς επιπτώσεις. Η αυτορρύθμιση της φύσης δηλαδή μπορεί να λειτουργήσει ως σύμμαχός μας στην προσπάθεια της εξοικονόμησης ενέργειας εφόσον και εμείς από την πλευρά μας της προσφέρουμε την αντίστοιχη προστασία.
Υπάρχει λύση;
Την τελευταία δεκαετία, με την ενεργειακή κρίση να εντείνεται όλο και περισσότερο, γίνονται μεγάλες προσπάθειες τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο ώστε να μειωθεί το φαινόμενο της ενεργειακής φτώχιας. Σε εθνικό επίπεδο «τρέχουν» εδώ και αρκετά χρόνια προγράμματα τύπου «Εξοικονομώ» τα οποία όμως αποδεικνύονται ανεπαρκή και πολλές φορές μη συμβατά με τις δυνατότητες των νοικοκυριών στα οποία απευθύνονται. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο μόλις πρόσφατα θεσπίστηκαν ελάχιστες προδιαγραφές ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων καθώς μέχρι πρότινος είχε δοθεί έμφαση στην ενίσχυση των ΑΠΕ ώστε να ενισχυθεί η προσπάθεια απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Επιπλέον εκτός από τα κτίρια, τα δύο άλλα μεγάλα στοιχήματα είναι η εξοικονόμηση ενέργειας στο τομέα των μεταφορών και της βιομηχανίας που έχουν έμμεσες επιπτώσεις στους ενεργειακά πιο ευάλωτους πολίτες.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που δεν έχει μπει όσο θα έπρεπε στην εξίσωση επίλυσης του προβλήματος της ενεργειακής φτώχιας και αυτό είναι οι ΟΤΑ. Οι Δήμοι ως οργανισμοί δεν έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν στους δημότες τους να προβούν σε εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης των κτιρίων τους, μπορούν όμως σε συνεργασία με άλλους φορείς (π.χ. αναπτυξιακές οργανώσεις, μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, συνεταιριστικές τράπεζες κλπ) να συμμετάσχουν στη δημιουργία ενεργειακών κοινοτήτων και να κινητοποιήσουν τη συμμετοχή όσο περισσότερων πολιτών είναι διαθέτημένοι να συνδράμουν.
Η ενεργειακή κοινότητα θεσπίστηκε ως έννοια πριν μια 5ετία και είναι ένας από τους πιο δημοκρατικούς τρόπους αντιμετώπισης της ενεργειακής φτώχιας, καθώς διέπεται από τις αρχές της ισότητας και της δικαιοσύνης, δίνοντας τη δυνατότητα σε όλους τους συμμετέχοντες να επωφεληθούν από την παραγόμενη ενέργεια και όχι μόνο τους ιδιοκτήτες μεγαλοεταιρειών που ως επί το πλείστων καπηλεύονται μέχρι τώρα τα κονδύλια για τέτοιου είδους ζητήματα.
Οι συνεταιρισμοί πολιτών δηλαδή με την αρωγή της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι η πιο ενδεδειγμένη και δίκαιη λύση για να πετύχουμε την πολυπόθητη ενεργειακή μετάβαση, ένα ζήτημα που δεν αφορά μόνο λίγους αλλά την κοινωνία ως σύνολο. Και επειδή κάθε περιοχή είναι διαφορετική, η βέλτιστη διαχείριση των τοπικών φυσικών πόρων μπορεί να αποτελέσει οδηγό για μια πιο ορθολογική αποκέντρωση και εκδημοκρατισμό του ενεργειακού συστήματος. Τώρα λοιπόν που αρχίζουμε να χρησιμοποιούμε όλο και πιο πολύ καθαρές μορφές ενέργειας και γινόμαστε πιο συνειδητοί σχετικά με τη χρήση που κάνουμε σε αυτές, είναι η ευκαιρία να καταπολεμήσουμε και το φαινόμενο της ενεργειακής φτώχιας.
Αν τα καταφέρνει να αυτορυθμιστεί η φαινομενικά μη δημοκρατική φύση, τότε είναι σίγουρο πως μπορούν να τα καταφέρουν και οι δημοκρατικές κοινωνίες στις οποίες ζούμε. Και όπως σε όλες τις δημοκρατικές διαδικασίες…no one should be left behind (κανένας δεν πρέπει να μείνει πίσω).
Εξάλλου η δημοκρατική ενεργειακή μετάβαση είναι το πρώτο βήμα για τη μετατροπή των πόλεων σε έξυπνους και πράσινους οργανισμούς, όπου ενεργειακές κοινότητες, παθητικά κτίρια, ηλεκτρικά οχήματα και απλοί πολίτες θα αποτελούν θεμελιώδη συστατικά τους.
Εσύ τι γνώμη έχεις;
Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/roszie-6000120/
*Το άρθρο αναδημοσιεύθηκε και στις ιστοσελίδες
Όταν το υποκείμενο γίνεται αντικείμενο
Μία από τις κλασικότερες ασκήσεις που καλούνται τα παιδιά να αντιμετωπίσουν από τα πρώτα χρόνια της σχολικής τους ζωής είναι να μπορούν να αναγνωρίζουν το «υποκείμενο» και το «αντικείμενο» μέσα σε μια πρόταση. Πιο συγκεκριμένα για να υπάρχει «υποκείμενο» και «αντικείμενο» θα πρέπει να υπάρχει μια ενέργεια, ένα ρήμα δηλαδή που να δείχνει ότι κάποιος κάνει κάτι. «Υποκείμενο» δηλαδή είναι η λέξη που δείχνει ποιος κάνει την ενέργεια και «αντικείμενο» είναι η λέξη που δείχνει που πηγαίνει η ενέργεια αυτή.
Τι συμβαίνει λοιπόν όταν οι ρόλοι αντιστρέφονται;
Ας εξετάσουμε το παράδειγμα της ίδιας της εκπαίδευσης.
Όπως σε όλους τους τομείς που συνθέτουν μια κοινωνία έτσι και στον τομέα της εκπαίδευσης υπάρχουν διασταυρούμενες απόψεις σχετικά με το εάν οι διαδικασίες που υιοθετούνται ικανοποιούν το σκοπό ύπαρξης.
Για να απαντηθεί το παραπάνω ερώτημα θα πρέπει πρώτα να οριστεί ο σκοπός ύπαρξης της εκπαίδευσης. Φυσικά και έχουν δοθεί πολλοί ορισμοί αλλά θα μπορούσαμε να πούμε με απλά λόγια ότι εκπαίδευση είναι μια διαδικασία που σου παρέχει γνώσεις τις οποίες δεν κατείχες προγενέστερα και εν συνεχεία σε αφήνει ελεύθερο να τις εφαρμόσεις μέσα στα πλαίσια μιας οργανωμένης κοινωνίας. Η εκπαίδευση λοιπόν με απλά λόγια στοχεύει στη δημιουργία μορφωμένων ανθρώπων.
Και όπως πολύ σωστά είχε πει και ο Αϊνστάιν μόρφωση είναι ό,τι απομένει όταν κάποιος ξεχάσει αυτά που έμαθε στο σχολείο. Δυστυχώς όμως οι διαδικασίες που ακολουθούνται ακόμη και σήμερα στα σχολεία είναι η στείρα παροχή έτοιμων πληροφοριών. Και το πράγμα γίνεται ακόμη χειρότερο αν σκεφτεί κανείς ότι έχει επικρατήσει η άποψη πως η σχολική αυθεντία παρέχει όλες τις απαιτούμενες γνώσεις στους μαθητές ώστε οι τελευταίοι να επιβιώσουν κοινωνικά και οτιδήποτε παρεκκλίνει από την παραπάνω συλλογιστική θεωρείται αποτυχία για την οποία ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο ο μαθητής που δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί τις απαιτήσεις. Το όποιο πρόβλημα λοιπόν των εκπαιδευτικών μεθόδων που εφαρμόζονται μετακυλίεται από την εκπαιδευτική διαδικασία στο άτομο και η σχολική αποτυχία εκλαμβάνεται από το μαθητή ως ατομική αποτυχία. Αντίθετα επιτυχία θεωρείται η αριστεία με την έννοια της πρωτιάς μέσω του ακραίου ανταγωνιστικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης.
Έτσι λοιπόν οι μαθητές μετατρέπονται από υποκείμενα της διαδικασίας μάθησης σε αντικείμενα που απλά ενσωματώνουν μασημένες γνώσεις οι οποίες θα έχουν ανταλλακτική αξία στη σύγχρονη κοινωνία που ζούμε. Με τον τρόπο αυτό φυσικά διαιωνίζονται μακροχρόνια κοινωνικά προβλήματα που κανείς δεν ενδιαφέρεται να επιλύσει και κυρίως αναπαράγονται οι ήδη υπάρχουσες κοινωνικές ανισότητες καθώς οι μαθητές διαπλάθονται ώστε να καταλάβουν τις κατάλληλες θέσεις που θα διατηρήσουν το ισχύον κοινωνικό μοντέλο.
Εξάλλου αυτή φαίνεται ότι είναι και η στόχευση όσων λαμβάνουν τις απαιτούμενες αποφάσεις καθώς ελάχιστοί είναι αυτοί που χρησιμοποιούν τη φράση εκπαιδευτική διαδικασία αλλά οι περισσότεροι αναφέρονται στον όρο εκπαιδευτικό σύστημα. Το γεγονός αυτό από μόνο του υποδεικνύει ότι αντιμετωπίζουν την εκπαίδευση ως μέρος ενός ευρύτερου κοινωνικού συστήματος που εφαρμόζεται εδώ και αρκετές δεκαετίες.
Γι’ αυτό και στο σχολείο δε διδάσκονται (παρόλο που συζητιούνται όλο και πιο έντονα) μαθήματα σχετικά με την απόκτηση οικονομικής παιδείας, σχετικά με το πως θα γίνουμε σωστοί γονείς, πως θα κατοικούμε αποδοτικά στις κατοικίες μας κ.α. τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση προβλημάτων όπως η οικονομική κρίση, η ενδοοικογενειακή βία, η κλιματική αλλαγή κλπ.

Η φύση όμως μιας εκπαιδευτικής διαδικασίας (και όχι εκπαιδευτικού συστήματος) δεν είναι η αποδοχή του κοινώς αποδεκτού αλλά ο συνδυασμός των αποκτώμενων γνώσεων ώστε να προκύψει κάτι νέο. Οι μεγάλες ανακαλύψεις που άλλαξαν την κοινωνία ήρθαν όταν κάποιος τόλμησε να εφαρμόσει τις γνώσεις που είχε με διαφορετικό τρόπο από τον προβλεπόμενο. Πολλές φορές ακούμε τη φράση «άστο μην το παιδεύεις, κάνε το όπως οι προηγούμενοι, έτσι γίνεται» και οι περισσότεροι απαντάνε «α αφού έτσι γίνεται οκ». Σπάνια ακούς κάποιον να αναρωτιέται «ρε παιδιά γιατί γίνεται έτσι; Γιατί δεν δοκιμάζουμε να το κάνουμε κάπως αλλιώς;». Λέγεται ότι ο Τόμας Έντισον πριν καταφέρει να βρει τον τρόπου που ανάβει η λάμπα είχε αποτύχει 1000 φορές. Και όταν τον ρώτησαν πως και δεν τα παράτησε τους είπε ότι βρήκε 1000 τρόπους με τους οποίους δεν ανάβει μια λάμπα!
Το παραπάνω παράδειγμα δείχνει ότι υπάρχει και ένας άλλος τρόπος σκέψης πιο δημιουργικός, όπου κυριαρχεί η αγάπη για μάθηση. Δυστυχώς όμως αυτού του είδους ο τρόπος σκέψης δεν καλλιεργείται στο σημερινό σχολείο. Κάθε φορά που οι μαθητές παίρνουν τους βαθμούς τους όλοι τους εύχονται καλή πρόοδο. Η πρόοδος όμως προκύπτει μόνο μέσα από την ενεργητική δραστηριότητα, την αμφισβήτηση των αυθεντιών και την έκθεση ερωτημάτων σε ένα πιο δημοκρατικό και συμμετοχικό εκπαιδευτικό μοντέλο.
Η πρόοδος επιτυγχάνεται όταν το εκπαιδευτικό μοντέλο έχει ως επίκεντρο αποκλειστικά και μόνο τον εκπαιδευόμενο, μόνο δηλαδή όταν οι μαθητές από αντικείμενα ξαναγίνουν υποκείμενα τις διαδικασίας μάθησης.
Εσύ τι γνώμη έχεις;
Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/klimkin-1298145/
*Το άρθρο αναδημοσιεύθηκε στις ιστοσελίδες
Καλοκαιρινές…διακοπές;
Στο γνωστό παραμύθι «Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας» περιγράφεται η επιπολαιότητα των τζιτζικιών να τραγουδάνε ανέμελα απολαμβάνοντας τον καλοκαιρινό καιρό και η εργατικότητα και προνοητικότητα των μυρμηγκιών που δουλεύοντας αδιάκοπα συλλέγουν τροφή για τις δύσκολες μέρες του χειμώνα. Η διαφορά παρουσιάζεται με έναν πολύ έντονο τρόπο υπέρ των μυρμηγκιών και το παραμύθι καταλήγει στο ηθικό δίδαγμα ότι πρέπει πάντα να προετοιμαζόμαστε για το μέλλον και να μην είμαστε ποτέ τεμπέληδες.
Μεταφέροντας τον παραλληλισμό του παραμυθιού στη σύγχρονη κοινωνία που ζούμε, προκύπτουν κάποια ερωτήματα σχετικά με τις εργασιακές συνθήκες που βιώνουμε όλοι μας καθημερινά.
Το πρώτο και το βασικότερο ερώτημα είναι ότι αφού οι περισσότεροι εργαζόμενοι παίρνουν την άδειά τους τον Αύγουστο και συνεπώς αυτοί οι άνθρωποι δεν παράγουν κάτι κατά τη διάρκεια των διακοπών τους, πως γίνεται και σε κανέναν να μη λείπει τίποτα; Τι συμβαίνει δηλαδή ώστε η οικονομία να δουλεύει στο ρελαντί και να έχουμε νερό, ρεύμα, τρόφιμα κλπ;
Εύκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι η τουριστική βιομηχανία αποτελεί εν μέρει αντιστάθμισμα στη μείωση της παραγωγικότητας, αλλά η δραστηριότητα των εποχικών επιχειρήσεων και οι part time εργαζόμενοι δεν μπορούν να δικαιολογήσουν εξ’ ολοκλήρου τη συνέχιση της οικονομίας σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
Επιπλέον η κατανάλωση στην περίοδο των διακοπών δεν πέφτει ανάλογα με την πτώση της παραγωγικότητας λόγω αποχής από την εργασίας μας.
Μήπως αυτοί που μένουν πίσω δουλεύουν πολύ περισσότερο ώστε να καλύψουν το κενό και των υπολοίπων που έχουν πάει διακοπές (και στην περίπτωση που συμβαίνει αυτό πως αμείβονται αυτοί οι άνθρωποί);
Μπορεί.
Μπορεί όμως να συμβαίνει και κάτι άλλο πολύ πιο σύνθετο.
Αν αναλογιστεί κανείς γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι πάνε διακοπές τον Αύγουστο θα συνειδητοποιήσει ότι αυτό συμβαίνει γιατί οι περισσότερες επιχειρήσεις διακόπτουν τη λειτουργία τους τον Αύγουστο. Είναι σαν να σου λένε ότι το συγκεκριμένο μήνα δεν χρειάζεται να έχουμε την παραγωγή που είχαμε τους προηγούμενους και συνεπώς μπορείς να πάρεις την άδειά σου.
Μήπως όμως αυτό συμβαίνει γιατί όλο τον υπόλοιπο χρόνο υπάρχει υπερπαραγωγικότητα προϊόντων και υπηρεσιών;
Γι’ αυτό και στις διακοπές και στις αργίες δεν έχουμε κάποια συνταρακτική αλλαγή στην οικονομία.
Επειδή το έλλειμα παραγωγικότητας τον Αύγουστο καλύπτεται από την περίσσεια υπερπαραγωγικότητας των υπόλοιπων μηνών. Και πάνω σε αυτή τη λογική βέβαια έχει στηθεί ο ανταγωνισμός των επιχειρήσεων ο οποίος συχνά πυκνά οδηγεί σε κρίσεις υπερπαραγωγικότητας οι οποίες όπως γίνεται εύκολα κατανοητό δεν επιστρέφεται στους καταναλωτές καλύπτοντας κάποια ανάγκη τους (βασική η μη) παρά μόνο αυξάνουν την κερδοφορία των παραγωγών.
Τέλος πάνω σε αυτό το παραγωγικό μοντέλο έχει βρει ευκαιρία να αναπτυχθεί υπέρμετρα ο τουριστικός κλάδος και προσπαθώντας να καλύψει την ανάγκη για ξεκούραση και ψυχαγωγία των υπερβολικά κουρασμένων εργαζόμενων, έχει μετατραπεί σε μια οργανωμένη βιομηχανία διακοπών με τις ευλογίες του σύγχρονης παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.
Μήπως όμως τελικά η αργία είναι πιο παραγωγική απ’ ότι μας έχουν πείσει;
Μήπως οι βάσεις πάνω στις οποίες έχει στηθεί η αγορά εργασίας ωθεί τους εργαζόμενους σε ομαδικές οργανωμένες και συγκεκριμένες περιόδους ξεκούρασης ώστε να είναι εκθετικά παραγωγικοί τις υπόλοιπες χρονικές περιόδους;
Με αυτή τη συλλογιστική η άδεια δεν είναι εκχωρημένος χρόνος από την επιχείρηση προς τον εργαζόμενο αλλά προκαταβεβλημένη εργασία του εργαζόμενου προς την επιχείρηση.

Αντιστρέφοντας λοιπόν τα παραπάνω ερωτήματα θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί τι θα συνέβαινε στην περίπτωση που καταργούνταν η περιττή παραγωγή κατά τα πρότυπα της λιτής διαχείρισης έργων (lean project management);
Θα είχαμε ελλείψεις και προβλήματα λειτουργίας στην πραγματική οικονομία;
Με μια πρώτη ανάγνωση η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι αρνητική!
Μήπως λοιπόν το αντίβαρο στις παραπάνω κρίσεις υπερπαραγωγής είναι μια διαφορετική εργασιακή κουλτούρα σε μια βάση αρχών και αξιών που νοιάζονται περισσότερο για τον εργαζόμενο;
Μήπως τελικά εκτός από απαίτηση είναι και επιβεβλημένη η αύξηση των περιόδων των διακοπών; Η μείωση των ωραρίων εργασίας και η αύξηση των αργιών;
Αφού τελικά οι διακοπές είναι παραγωγικές μήπως τελικά είχε λίγο παραπάνω δίκιο ο τζίτζικας έναντι του μέρμηγκα;
Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/686414/?tab=all&order=likes&pagi=1
*Ευχαριστώ πολύ το περιοδικό ποικίλης ύλης Ιδεοστρόβιλος και την ιστοσελίδα newn.gr για τη δημοσίευση του άρθρου μου.








