Ο προπονητής που φώναζε για καλό;
Στο παρόν άρθρο αναρωτιόμαστε εάν οι πάσης φύσεως προπονητές διαχειρίζονται σωστά τις καταστάσεις που τους παρουσιάζονται καθώς και εάν οι αθλητές αντιδρούν με ορθό τρόπο.
(ευχαριστώ πολύ το περιοδικό ποικίλης ύλης ideostrovilos.gr για τη δημοσίευση του άρθρου μου)
Αρχικά θα παρουσιαστεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από το βιβλίο μου «Λύνοντας έναν από τους μεγαλύτερους γρίφους του αιώνα» και ακολούθως μια άσχημη παραλλαγή του που καταδεικνύει με εμφατικό τρόπο το βαθμό πίεσης που βιώνει μια μεγάλη μερίδα των νέων παιδιών σήμερα.
«Όταν ήμουν μικρός είχα παίξει σε διάφορους ποδοσφαιρικούς συλλόγους. Δεν θα ξεχάσω ποτέ όμως την πρώτη μου προπόνηση σε ένα σύλλογο όντας φοιτητής γύρω στα 20.
Αφού κάναμε τις απαιτούμενες ασκήσεις και άρχισα να γνωρίζω τους συμπαίκτες μου, ήρθε η ώρα για ένα γρήγορο οικογενειακό δίτερμα. Εγώ θέλοντας να δείξω τις ικανότητές μου έπαιρνα αρκετές ατομικές προσπάθειες, άλλες επιτυχημένες και άλλες όχι. Σε κάποια φάση βγαίνοντας από πλάγια θέση απέναντι από τον αντίπαλο τερματοφύλακα κάνω ένα πολύ δύσκολο σουτ και περνάω τη μπάλα από το μάτι της βελόνας στέλνοντάς την στην απέναντι γωνία. Ήταν ομολογουμένως ένα πολύ δύσκολο και εντυπωσιακό γκολ.
Οι νέοι συμπαίκτες μου ήρθαν όλοι να μου δώσουν συγχαρητήρια αλλά ο προπονητής μου στην άκρη του γηπέδου άρχισε να ωρύεται. Ήρθε προς το μέρος μου φωνάζοντας ότι αυτό που έκανα ήταν απαράδεκτο και ότι με τη συμπεριφορά μου αυτή ακυρώνω την προσπάθεια όλης της ομάδας.
Δεν τον ενδιέφερε το εντυπωσιακό γκολ, τον ενδιέφερε μόνο ότι είχα επιλογή να «σπάσω» τη μπάλα παράλληλα με το τέρμα και να δώσω πάσα σε ένα συμπαίκτη μου που ήταν ελεύθερος και μπορούσε να σκοράρει πολύ πιο άνετα.
Ένας άνθρωπος δηλαδή που με είχε γνωρίσει μόλις δύο ώρες νωρίτερα με κατσάδιασε γιατί έβαλα την ατομική μου προβολή πάνω από το συμφέρον της ομάδας. Μου είπε ότι το ποδόσφαιρο είναι ομαδικό άθλημα και αν θέλω να παίζω μόνος μου να πάω να παίξω γκολφ!
Σήμερα που πάω το γιο μου να παίξει ποδόσφαιρο. Παρατηρώ τόσο στις προπονήσεις όσο και στα φιλικά που παίζουν ότι τα παιδιά μόλις κλέψουν τη μπάλα ξεκινάνε μια ατέρμονη προσπάθεια να κάνουν όσα περισσότερα σπριντ, ντρίπλες, σουτ μπορούν προσπαθώντας να κερδίσουν τις εντυπώσεις και η τελευταία επιλογή στο μυαλό τους είναι να δώσουν μια πάσα!
Όντως αρκετά μικρά ίσως δεν είναι σε θέση να πειθαρχήσουν, να ακολουθήσουν μια συγκεκριμένη τακτική ή να εκτελέσουν σχηματισμούς κλπ, αλλά αυτό που μου κάνει περισσότερη εντύπωση είναι ότι ο προπονητής τους δεν τους το επισημαίνει καν. Αφήνει τα παιδιά να προσπαθούν να τα κάνουν όλα μόνα τους και δεν τους σταματάει ώστε να τους εξηγήσει τη δύναμη της συνεργασίας.
Μακάρι να ήταν όλοι οι προπονητές όπως εκείνος που μου φώναξε όσο κανένας άλλος γιατί επέλεξα το ατομικό από το συλλογικό.»
Ένας προπονητής λοιπόν που ξέρει να καθοδηγεί και ένας παίκτης με προσόντα που ξέρει να ακούει και να πειθαρχεί θα μπορούσαν να βασίζουν στο παραπάνω περιστατικό τη δημιουργία μιας μακροχρόνιας και επιτυχυμένης συνεργασίας.
Η λανθασμένη όμως διαχείριση είτε από τη μία είτε και από τις δύο πλευρές συνήθως έχει αρνητικά αποτελέσματα όπως φαίνεται και από το ακόλουθο παράδειγμα.
Η αθλήτρια που έβαλε τα κλάματα
Πριν περίπου 2 χρόνια είχα βρεθεί σε ένα στάδιο επαρχιακής πόλης για κάποια εργασία πάνω στο αντικείμενό μου (Πολιτικός Μηχανικός). Στο στάδιο υπήρχαν διάφοροι αθλητές που είτε προπονούνταν μόνοι τους είτε σε ομάδες υπό την καθοδήγηση των προπονητών τους. Ανάμεσα σε αυτούς του αθλητές υπήρχε και μια κοπέλα η οποία είχε έρθει με τον προσωπικό προπονητή της. Αφού ολοκλήρωσαν το ζέσταμα ο προπονητής την έβαλε να τρέξει κάποιους γύρους και τη χρονομετρούσε. Κάθε φορά που περνούσε από το σημείο που βρισκόταν ο προπονητής, εκείνος την πίεζε να πάει ακόμα πιο γρήγορα. Κάποια στιγμή άρχισε να την πιέζει πάρα πολύ και να της μιλάει έντονα.
Η κοπέλα που έτρεχε τόση ώρα μέσα στον ήλιο φαινόταν να έχει κουραστεί αλλά ο προπονητής της δεν συγκινήθηκε. Οι συνθήκες δεν ήταν κατάλληλες και η απόδοσή της ολοένα και έπεφτε αντί να ανεβαίνει. Όταν του ζήτησε να σταματήσει για λίγο το τρέξιμο και να κάνει ένα διάλειμμα, εκείνος άρχισε να της φωνάζει ότι ο χρόνος της είναι τραγικός, ότι δεν θα έχει καμία τύχη αν δεν προσπαθήσει περισσότερο, ότι ο ίδιος χάνει το χρόνο του και άλλα τέτοια. Της μίλησε τόσο έντονα και με τέτοια αγένεια που η κοπέλα έμεινε να τον κοιτάει μην ξέροντας τι να κάνει. Ξαφνικά άρχισε να κλαίει και πήγε και έκατσε στον πάγκο. Ο προπονητής της, την πλησίασε προσποιούμενος ότι νοιάζεται αλλά κάτι της είπε και τότε η κοπέλα τον έσπρωξε μακριά της, του ζήτησε να την αφήσει ήσυχη και έφυγε κλαίγοντας ακόμα πιο δυνατά.
Ήταν εμφανής η πίεση που της δημιουργούσε αυτός ο προπονητής με κάθε του κουβέντα και πιθανώς εκείνο το ξέσπασμά της να ήταν η εκτόνωση όλης της έντασης που είχε συσσωρεύσει καιρό πριν.
Η λάθος διαχείριση του περιστατικού από τον προπονητή σε συνδυασμό με τη διαρκή πίεση, είχαν δημιουργήσει στην κοπέλα τέτοιο άγχος επίδοσης που όσο και να ήθελε το γυμνασμένο σώμα της να επιτύχει, το πνεύμα της είχε ήδη παραιτηθεί.
Τι συμβαίνει γενικά;
Σύμφωνα με τα παραπάνω παραδείγματα σωστός προπονητής/coach/καθοδηγητής/manager δεν είναι μόνο αυτός που έχει γνώσεις ή πιέζει τους αθλητές/μαθητές του να ακολουθήσουν συγκεκριμένες πρακτικές και διαδικασίες. Σωστός προπονητής είναι εκείνος που διαχειρίζεται με τέτοιο τρόπο τις καταστάσεις ώστε να οδηγήσει τους αθλητές του να έχουν τη μέγιστη δυνατή επίδοση όντας ταυτόχρονα διανοητικά συγκροτημένοι και ισορροπημένοι.
Δυστυχώς ζώντας σε μια εποχή συνεχούς αυξανόμενης ταχύτητας πολλά πράγματα συχνά πιέζονται στα άκρα. Έτσι λοιπόν εκτός από τον αθλητικό τομέα, αντίστοιχα έντονα περιστατικά παρουσιάζονται και σε άλλους τομείς των ανθρώπινων δραστηριοτήτων όπως στον εργασιακό τομέα (burnout, έλλειψη work-life balance, σιωπηρή παραίτηση κλπ) αλλά και στον εκπαιδευτικό. Ειδικά στον τελευταίο τα παιδιά πιέζονται συνεχώς να αυξήσουν τις επιδόσεις τους με αποκορύφωμα τις Πανελλήνιες εξετάσεις όπου από ένα αξιοκρατικό μέσο αξιολόγησης έχουν μετατραπεί σε έναν ατέρμονο μοναχικό αγώνα δρόμου με αποτέλεσμα όποιος δεν μπορεί να ανταποκριθεί να απογοητεύεται σε υπερθετικό βαθμό, να νιώθει αποτυχημένος και δυστυχώς κάποιες φορές να οδηγείται σε ακραίες αντιδράσεις.
Τελικά ο προπονητής φώναζε για καλό;
Εσύ τι γνώμη έχεις;
Πηγή εικόνας: rojesh55 – Pixabay
Εμπιστεύεσαι τους συνεργάτες σου;
Στο σημερινό άρθρο αναρωτιόμαστε κατά πόσο στη σημερινή αγορά εργασίας όπου επικρατεί η υπερεξειδίκευση σε ένα πιεστικό και πλήρως απαιτητικό κλίμα, οι υπεύθυνοι των projects εμπιστεύονται τους συνεργάτες τους, ώστε να τους εκχωρούν αρμοδιότητες με κλειστά μάτια.
(ευχαριστώ πολύ την ιστοσελίδα neolaia.gr για τη δημοσίευση του άρθρου μου)
Η πλειοψηφία των εταιρειών στη σημερινή εποχή, μικρών και μεγάλων, επιδεικνύουν το οργανόγραμμα και τη διάθρωσή τους ως ένα από τα βασικά στοιχεία εξέλιξης και ανάπτυξης. Ο διαχωρισμός δηλαδή σε τμήματα (section) καθένα από τα οποία έχει τη δική του οργάνωση και η συνεργασία μεταξύ των διαφόρων τμημάτων οδηγεί τα projects σε επιτυχημένα αποτελέσματα. Και όντως ίσως έτσι να είναι φαινομενικά.
Κομβικό ρόλο σε αυτόν τον τρόπο λειτουργίας έχουν οι ενδιάμεσοι διαχειριστές ή middle managers οι οποίοι είναι αυτοί που καλούνται να λάβουν αυξημένες πρωτοβουλίες ώστε τα διάφορα τμήματα να λειτουργούν αποδοτικά και να συνεργάζονται εποικοδομητικά μεταξύ τους.
Το πρόβλημα
Όλα αυτά όμως θα πρέπει να συμβαίνουν σε ένα περιβάλλον αγαστής συνεργασίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης τόσο μεταξύ των διαφόρων τμημάτων όσο και των ιδιοκτητών της επιχείρησης προς αυτά. Δυστυχώς όμως σε πολλές επιχειρήσεις η πραγματικότητα διαφέρει σημαντικά της θεωρίας. Ελάχιστοι είναι οι διευθυντές των εταιρειών που έχουν εκχωρήσει πλήρεις αρμοδιότητες στους υφισταμένους τους καθώς σε πολλές περιπτώσεις υπάρχει έλλειμα εμπιστοσύνης προς αυτούς.
Έτσι λοιπόν οι υπεύθυνοι των εταιρειών βρίσκουν συχνά τρόπους ώστε να επεμβαίνουν καθοριστικά όχι μόνο στις επικίνδυνες καταστάσεις που μπορεί να δημιουργηθούν αλλά και σε καθημερινά θέματα λειτουργίας, διαμορφώνοντας έτσι ένα άκρως συγκεντρωτικό εταιρικό χαρακτήρα που περνάει στους εργαζομένους επηρεάζοντας την απόδοσή τους.
Το γεγονός αυτό από τη μία, αποτρέπει τους εργαζόμενους να εκδηλώσουν ικανότητες που έχουν κρυμμένες μέσα τους και από την άλλη δημιουργεί ένα αίσθημα συνεχούς ελέγχου που μπορεί να οδηγήσει σε επιφυλακτικότητα ή ακόμα και σε επιπολαιότητα απέναντι σε διάφορες καταστάσεις.
Η κατάσταση πολλές φορές χειροτερεύει ακόμη περισσότερο στις περιπτώσεις όπου αυτός ο συγκεντρωτισμός και η έλλειψη εμπιστοσύνης επεκτείνεται και εκτός της εταιρείας στις σχέσεις με εξωτερικούς συνεργάτες. Στις περιπτώσεις δηλαδή μεγάλων project όπου η ανάδοχος εταιρείας αδυνατεί να εκτελέσει με ιδίους πόρους, συνηθίζεται να ανατίθενται κάποια κομμάτια του έργου σε εξειδικευμένους υπεργολάβους ώστε να προκύψει έγκαιρα ένα πιο άρτιο αποτέλεσμα (βλ. άρθρο Μικροί και μεγάλοι παίκτες). Εάν όμως παρουσιάζεται έλλειψη εμπιστοσύνης και επιδιώκεται διαρκής έλεγχος των υπεργολάβων, τότε οι τελευταίοι είναι αναμενόμενο να παρουσιάζουν μειωμένη απόδοση καθώς θα αισθάνονται υπέρμετρη πίεση η οποία μπορεί να οδηγήσει σε επιπόλαια λάθη και εντάσεις.
Υπάρχει λύση;
Η χρυσή τομή τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της επιχείρησης ώστε όλοι (εργαζόμενοι και υπεργολάβοι) να αποδίδουν το μέγιστο και ταυτόχρονα να αισθάνονται ότι τους εμπιστεύονται και να παίρνουν πρωτοβουλίες προς όφελος όλων, βρίσκεται στη δημιουργία και εγκαθίδρυση μιας ενιαίας εταιρικής κουλτούρας.
Μόνο στην περίπτωση που όλοι οι εμπλεκόμενοι σε ένα project ενεργούν σύμφωνα με έναν κώδικα κοινών αρχών και αξιών είναι δυνατόν ένα έργο να ολοκληρωθεί εγκαίρως και να αποδειχθεί κερδοφόρο. Σε διαφορετική περίπτωση θα κυριαρχούν συνεχώς οι εντάσεις, η υπέρμετρη πίεση, η δυσαρέσκεια και εν τέλει η απογοήτευση που μπορεί να οδηγήσει τόσο σε αποχωρήσεις στο εσωτερικό όσο και σε παύση συνεργασιών στο εξωτερικό περιβάλλον της επιχείρησης.
Η παραπάνω προτροπή δεν αποδεσμεύει την επιχείρηση από την ανάγκη παρακολούθησης των επιμέρους αποτελεσμάτων σταδιακά κατά την πορεία ενός έργου ώστε να γίνονται στοχευμένες παρεμβάσεις όπου και όταν χρειάζεται, αλλά αποτελεί μια εναλλακτική βάση οργάνωσης και λειτουργίας που κρατά τα μέλη συνδεδεμένα σε ένα κοινό στόχο, επενδύοντας στην ανάπτυξη πρώτα ανθρώπινων και εν συνεχεία υγιών επαγγελματικών σχέσεων.
Εσύ τι γνώμη έχεις;
Πηγή εικόνας: Frank_Rietsch – Pixabay
Να παίξουμε θέλουμε!
Στο σημερινό άρθρο αναρωτιόμαστε αν υπάρχει κάτι που πραγματικά λείπει από τα σημερινά παιδιά σε έναν κόσμο αφθονίας.
του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα
(ευχαριστώ πολύ το Περιοδικό ποικίλης ύλης – Ιδεοστρόβιλος για τη δημοσίευση του άρθρου μου)
Είναι δεδομένο ότι τα παιδιά στη σύγχρονη εποχή που διανύουμε μεγαλώνουμε με εντελώς διαφορετικό τρόπο σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές. Η είσοδος της τεχνολογίας σε κάθε πτυχή της ζωής μας έχει επηρεάζει τις συνήθειες μικρών και μεγάλων, με το αίσθημα του κατ’ επείγοντος να πλανάται γύρω σχεδόν από κάθε δραστηριότητά μας.
Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι σε πολλές περιπτώσεις να μην μπορούμε να βιώσουμε αυτό που θέλουμε, ή αν τελικά καταφέρουμε να το βιώσουμε να μην το απολαύσουμε επαρκώς.
Ας δούμε ένα απλό αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Πρόκειται για αληθινό περιστατικό που έλαβε χώρα σε ένα παιδικό πάρτι. Πρωταγωνιστές ήταν ο γιος μου με ένα φίλο του. Το πάρτι διεξαγόταν σε μια ακαδημία ποδοσφαίρου και οι μικροί μας φίλοι δεν έχασαν την ευκαιρία να ξεκινήσουν να παίζουν με μια μπάλα. Έτρεχαν, σούταραν, έπεφταν κάτω, ξανασηκώνονταν, γελούσαν, φώναζαν και έδειχναν πραγματικά χαρούμενοι.
Κάποια στιγμή η υπεύθυνη του πάρτι μπήκε μέσα στο γήπεδο και φώναξε στα παιδιά να πάνε να φάνε γιατί είχε σερβιριστεί το φαγητό και δεν έπρεπε να κρυώσει. Κάποια από τα παιδιά σταμάτησαν το παιχνίδι και άρχισαν να τρέχουν προς το σημείο που προοριζότανε για το γεύμα τους. Κάποια άλλα όμως συνέχισαν το παιχνίδι τους μη δίνοντας σημασία. Μετά από λίγα λεπτά η υπεύθυνη ξαναήρθε για να φωνάξει και τα υπόλοιπα. Εγώ παρατηρούσα προσεκτικά τα παιδιά που είχανε μείνει μέσα στο γήπεδο. Ήταν σαφές ότι προτιμούσαν να συνεχίσουν να παίζουν παρά να πάνε για φαγητό. Ήταν προφανές ότι αυτό που τους γέμιζε πιο πολύ ήταν το παιχνίδι με τους φίλους τους.
Κάποια από τα εναπομείναντα παιδιά σταμάτησαν να παίζουν και πήγανε να φάνε, ενώ κάποια άλλα ήρθαν και τα φώναξαν οι γονείς τους. Έτσι έμειναν μόνο δύο παιδάκια μέσα στο γήπεδο που εξακολουθούσαν να παίζουν σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Ήταν ο γιος μου και ένας φίλος του. Εγώ με τη σύζυγό μου καθόμασταν στο ίδιο τραπέζι με τους γονείς του φίλου του γιου μου. Στον προβληματισμό εάν θα πρέπει να φωνάξουμε και εμείς τα παιδιά μας να πάνε να φάνε πρότεινα να μην κάνουμε τίποτα και να περιμένουμε να δούμε τι θα γίνει.
Η υπεύθυνη του πάρτι ήρθε για ακόμη μια φορά εμφανώς εκνευρισμένη να φωνάξει για τελευταία φορά τα παιδιά μας να πάνε να φάνε. Εκείνα δεν της έδωσαν σημασία για ακόμη μια φορά και τότε η υπεύθυνη πήρε τη μπάλα στα χέρια της για να αναγκάσει τα παιδιά να σταματήσουν το παιχνίδι. Τότε ο φίλος του γιου μου της τραβάει τη μπάλα από το χέρι και της λέει φωνάζοντας: «Να παίξουμε θέλουμε»! Πήρε λοιπόν τη μπάλα την έριξε στο γιο μου και συνέχισαν το παιχνίδι τους αδιαφορώντας πλήρως για την υπεύθυνη η οποία είχε μείνει με το στόμα ανοικτό, προφανώς μην περιμένοντας μια τέτοια εξέλιξη.
Το συμπέρασμα
Το παραπάνω παράδειγμα όσο απλό και αν φαντάζει είναι ενδεικτικό των όσων συμβαίνουν στη σημερινή κοινωνία. Αρχικά το σερβίρισμα του φαγητού που παρουσιάστηκε ως επείγον στα παιδιά, τα οποία κλήθηκαν να σταματήσουν το παιχνίδι τους, δηλαδή κάτι που τους ευχαριστούσε για να κάνουν κάτι που τους ζήτησαν κάποιοι άλλοι. Γιατί θα έπρεπε σε ένα παιδικό πάρτι να σερβιριστεί το φαγητό μια προκαθορισμένη ώρα και δεν γινόταν να αφεθούν τα παιδιά στο παιχνίδι τους και όταν κουράζονταν, χαρούμενα πλέον να πάνε να φάνε;
Το δεύτερο και πιο σημαντικό είναι η συμπεριφορά του φίλου του γιου μου, ο οποίος όχι και με τον πιο ευγενικό τρόπο, διεκδίκησε αυτό που λείπει στα περισσότερα σημερινά παιδιά, το παιχνίδι. «Να παίξουμε θέλουμε» είπε στην υπεύθυνη. Σαν να της έλεγε: «Δεν μας ενδιαφέρει το φαγητό, αυτό που μας λείπει είναι το παιχνίδι με τους φίλους μας. Κάτι θα βρούμε να φάμε στο σπίτι μας, όταν θα κλείσει η πόρτα και θα είμαστε πάλι μόνοι μας. Τώρα όμως είμαστε με τους φίλους μας, και αυτό έχει τη μεγαλύτερη σημασία απ’ όλα».
Σημαντική παρατήρηση
Σε μια εποχή που προβάλλεται το ατομικό έναντι του συλλογικού και που η επικρατούσα άποψη είναι ότι το προσωπικό όφελος υπερισχύει όλων των άλλων, η κίνηση που έκανε ο φίλος του γιου μου δεν ήταν απλά να διεκδικήσει τη μπάλα για να πάει να παίξει μόνος του, αλλά μόλις την πήρε την έδωσε αμέσως στο γιο μου ώστε να παίξουν μαζί, βάζοντας το συλλογικό πάνω από το ατομικό.
Δυστυχώς όμως η έντονη και απαιτητική καθημερινότητα των μεγάλων, με επίκεντρο κυρίως την εργασία τους, έχει επηρεάσει λίγο έως πολύ και την καθημερινότητα των μικρών παιδιών τα οποία καλούνται να λειτουργούν βάσει συγκεκριμένου προγράμματος.
Ευτυχώς όμως που τα ίδια τα παιδιά διεκδικούν σε κάθε ευκαιρία αυτό που δικαιούνται: Το παιχνίδι!
Εσύ τι γνώμη έχεις;
Πηγή εικόνας: NickyPe – Pixabay
Τζάμπα MAGAς;
του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα
(ευχαριστώ πολύ τη σελίδα 🌍militaire.gr για τη δημοσίευση του άρθρου μου)
Έχοντας παρέλθει και η τρίτη εβδομάδα πολεμικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, αρχίζει να γίνεται εμφανές ότι η κατάσταση δεν πρόκειται να αλλάξει σύντομα, γεγονός που έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με τις προσδοκίες των Αμερικανικών επιθέσεων και του διοργανωτή αυτών, Ντόναλντ Τραμπ.
Ένας πόλεμος όπου αρχικά αναμενόταν να διαρκέσει λίγες μέρες, στη συνέχεια λίγες εβδομάδες και τώρα γίνεται λόγος για κάποιους μήνες, με ότι αυτό συνεπάγεται σε ανθρώπινες απώλειες και παγκόσμιες οικονομικές ανακατατάξεις και φυσικά με αβέβαιο αποτέλεσμα.
Το γεγονός όλων αυτών των αναθεωρήσεων οφείλεται στην ακατανόητη περσόνα που ακούει στο όνομα Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίο νομίζει ότι μπορεί να εξουσιάζει άπαντες και γενικότερα λειτουργεί με την αντίληψη ότι κάθε επιθυμία του μπορεί να την κάνει πράξη όντας το κεντρικό πρόσωπο και ο απόλυτος άρχοντας στη χώρα του αλλά και διεθνώς. Οι πεποιθήσεις του αυτές τον οδήγησαν στο επιπόλαιο συμπέρασμα ότι εάν βγάλει από τη μέση τους αντίστοιχους άρχοντες των χωρών στις οποίες επιτίθεται, οι χώρες αυτές θα καταρρεύσουν και θα μπορέσει πολύ πιο άνετα να τις εκμεταλλευτεί.
Μπορεί λοιπόν στην περίπτωση της Βενεζουέλας, συλλαμβάνοντας το Μαδούρο να μην προέκυψαν σοβαρές αντιδράσεις, δε συνέβη όμως το ίδιο και με τον αρχηγό του Ιράν, Χομεϊνί. Η δολοφονία του δεν οδήγησε σε πτώση του καθεστώτος, όπως περίμεναν οι Αμερικανοί, γιατί πολύ απλά το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν δεν βασίζονταν αποκλειστικά και μόνο στον αρχηγό του. Η αντίληψη λοιπόν του Τραμπ ότι οι αρχηγοί κάθε χώρας μπορούν να κάνουν ότι θέλουν και ουσιαστικά να κυβερνούν με τη λογική του «one man show» κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος.
Ο λαός του Ιράν συσπειρώθηκε για να πάρει εκδίκηση και η συνοχή που επιδεικνύει, ισχυροποιεί μια πολύ σημαντική λεπτομέρεια που παραλείπεται σχεδόν απ’ όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης: ότι κάθε κράτος ανήκει στο λαό του και σε κανέναν ανώτερο ή ανώτατο άρχοντα ο οποίος τυγχάνει να κυβερνάει την εκάστοτε χρονική στιγμή.
Ο τρόπος λειτουργίας της κοινωνίας δηλαδή, οι απόψεις, οι πεποιθήσεις, η νοοτροπία και ο γενικότερος τρόπος ζωής ενός λαού στις περισσότερες των περιπτώσεων αποδεικνύεται πολύ πιο δυνατός από τις επιλογές και τα θέλω ενός μεμονωμένου ατόμου. Βέβαια στις σύγχρονες κοινωνίες με την ανάπτυξη των social media και της τεχνητής νοημοσύνης, ο φαινομενικά εκδημοκρατισμός των απόψεων της πλειοψηφίας συχνά χάνεται σε μια τεράστια ηλεκτρονική φασαρία όπου επικρατούν οι κανόνες της προπαγάνδας, της δημαγωγίας και φυσικά της ελεύθερης αγοράς με μοναδικό στόχο τα ιδιοτελή συμφέροντα των ιδιοκτητών των πλατφορμών. Δεδομένου ότι οι τελευταίοι βρίσκονται σε αγαστή συνεργασία με τις πολιτικές ηγεσίες των χωρών δημιουργείται ένα εκρηκτικό μίγμα όπου αποφάσεις παίρνονται πίσω από κλειστές πόρτες ερήμην του λαού.
Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση όμως, όταν μιλάμε για πολεμική σύρραξη, ένα λαός είναι σε θέση να αντιδράσει αυτόβουλα εάν προϋπάρχει κάτι που να δένει μεταξύ τους τα μέλη του. Και αυτό φαίνεται ότι υπήρχε στο λαό του Ιράν ο οποίος ανθίσταται στις μαζικές επιθέσεις Αμερικανών και Ισραηλινών. Η δύναμη που πηγάζει από τα σπλάχνα του λαού κάθε χώρας λοιπόν μπορεί να αλλάξει τα σχέδια των επιτιθέμενων ή ακόμα και την έκβαση ενός ολόκληρου πολέμου.
Κάτι αντίστοιχο συνέβη και στην Ουκρανία όπου ο Βάντιμιρ Πούτιν ξεκίνησε έναν πόλεμο που είχε στο μυαλό του ότι θα διαρκέσει λίγες εβδομάδες και τώρα, τέσσερα χρόνια μετά ακόμη δεν μπορεί να τον ολοκληρώσει με το αποτέλεσμα να φαντάζει και εκεί αβέβαιο.
Τα κράτη λοιπών ανήκουν στους λαούς του και αυτοί είναι οι μόνοι που μπορούν να πολεμήσουν πραγματικά ενάντια σε οποιονδήποτε εισβολέα, έχοντας πραγματικό σκοπό και κίνητρο να σώσουν το μέρος όπου γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και αγάπησαν. Και όταν συμβαίνει αυτό πολλές φορές το επιθυμητό αποτέλεσμα έρχεται φυσικά.
Όπως έγινε και με τον πόλεμο του Βιετνάμ.
Γιατί τον πόλεμο στο Βιετνάμ δεν τον έχασαν οι Αμερικανοί, τον ΚΕΡΔΙΣΑΝ οι Βιετναμέζοι!
Εσύ τι γνώμη έχεις;
Πηγή εικόνας: tiburi – Pixabay
Μικροί και μεγάλοι παίκτες
Ένα φαινόμενο που παρατηρείται όλο και πιο έντονα στον εργασιακό τομέα, είναι η ανάληψη projects από μεγάλες εταιρείες και η παραχώρησή τους σε μικρότερες επιχειρήσεις για να τα εκτελέσουν.
του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια συνεχώς αυξανόμενη αναπτυξιακή διαδικασία σε διάφορους τομείς της οικονομίας η οποία περιλαμβάνει κυρίως ιδιωτικές επενδύσεις. Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αυξάνονται τόσο οι απαιτήσεις όσο και το πλήθος αλλά και το μέγεθος των projects.
Οι μεγάλες εταιρείες όπως είναι λογικό επιδιώκουν να αναλάβουν μεγάλα έργα, αλλά από το σημείο αυτό και μετά παρατηρείται μια στρέβλωση στην αγορά. Η στρέβλωση αυτή έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι «μεγάλοι παίκτες» παραχωρούν την εκτέλεση των διαφόρων έργων, είτε εξ’ ολοκλήρου είτε τμηματικά, σε «μικρότερους παίκτες» και το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό;
Γιατί το κάνουν αυτό οι μεγάλοι και γιατί το δέχονται οι μικροί;
Ας εξετάσουμε κάθε περίπτωση ξεχωριστά.
Όταν μια εταιρεία θεωρείται μεγάλη δε σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι διαθέτει όλους τους απαιτούμενους πόρους για να εκτελέσει ταυτόχρονα μια σειρά από projects, αλλά διαθέτει κυρίως την οικονομική δυνατότητα να τα χρηματοδοτήσει, πετυχαίνοντας ευνοϊκές συμφωνίες με προμηθευτές, υπεργολάβους κλπ. Το γεγονός αυτό εκμεταλλεύονται οι εκάστοτε επενδυτές που αναθέτουν τα projects τους σε μεγάλες εταιρείες, θεωρώντας ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αυτές θα βρουν τον τρόπο και θα παραδώσουν το έργο on time. Προφανώς λοιπόν είναι πολύ προτιμότερο για μια μεγάλη εταιρεία να επιβλέπει το έργο των υπεργολάβων της παρά να αποκτήσει η ίδια ιδιόκτητους πόρους για να εκτελέσει το έργο.
Ένας ακόμη λόγος που οι μεγάλες εταιρείες δεν ενδιαφέρονται να εκτελέσουν οι ίδιες τα έργα που αναλαμβάνουν αλλά τα παραχωρούν σε υπεργολάβους είναι ότι η κύρια στόχευσή τους είναι να δείξουν μεγάλους τζίρους έτσι ώστε να προσελκύσουν κεφάλαια από επενδυτές και να μεγαλώσουν και άλλο ειδικά εάν είναι εισηγμένες και σε κάποιο χρηματιστήριο.
Και βέβαια ένας τρίτος λόγος ανάληψης αλλά όχι εκτέλεσης μεγάλων έργων είναι και η ικανοποίηση του ανεξέλεγκτου ανταγωνισμού που διέπει τις μεγάλες εταιρείες.
Στην αντίπερα όχθη βρίσκονται οι μικροί παίκτες οι οποίοι αν και θέλουν να ξεχωρίσουν και να αλλάξουν κάποια στιγμή κατηγορία, εντούτοις παρουσιάζουν αδυναμία ανάληψης μεγάλων έργων λόγω του μεγέθους τους. Έτσι λοιπόν βρίσκουν την ευκαιρία να εισχωρήσουν στα μεγάλα έργα έμμεσα μέσω υπεργολαβιών από τις μεγάλες εταιρείες.
Ένας επιπλέον λόγος για τους μικρούς παίκτες είναι η δικτύωση με μεγάλες εταιρείες ώστε σε περίπτωση ικανοποιητικής συνεργασίας να τους προτιμήσουν και σε επόμενα έργα.
Τέλος ένας τρίτος λόγος είναι η διαφήμιση ότι συμμετείχαν σε μεγάλα έργα, γεγονός που τους επιτρέπει να μεγαλώσουν τη φήμη τους και να κυριαρχήσουν σε μικρότερα έργα που δεν ενδιαφέρουν τους μεγάλους.
Το αποτέλεσμα
Ως φυσικό επακόλουθο της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί, είναι να αναπτυχθεί ένα περίεργο είδος συνεργασίας μεταξύ μικρών και μεγάλων το οποίο το συντηρούν αμφότεροι για δικούς τους λόγους ο καθένας.
Και ενώ η ανάπτυξη συνεργασιών είναι κάτι το επιθυμητό στην αγορά εργασίας, υπάρχουν κίνδυνοι που παραμονεύουν και ίσως οδηγήσουν στη διαμόρφωση μιας νέας εργασιακής κατάστασης.
Οι μεγάλοι παίκτες δηλαδή ακολουθώντας την τακτική της παραχώρησης των έργων σε υπεργολάβους θα πρέπει να διαθέτουν εξειδικευμένο προσωπικό ώστε τουλάχιστον να μπορούν να τους ελέγχουν ικανοποιητικά. Αλλάξει δηλαδή το είδος των πόρων που αναζητούν οι μεγάλες εταιρείες, κάτι το οποίο έχει αντίκτυπο στα προσόντα των υποψηφίων, στον τρόπο λειτουργίας των τμημάτων HR, στον τρόπο αναζήτησης πελατών από τους προμηθευτές κλπ.
Αντίστοιχα από την άλλη πλευρά οι μικροί παίκτες θα πρέπει να είναι σε θέση να αναζητήσουν αλλά και να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις εξειδικευμένου προσωπικού ώστε να εκτελέσουν με επιτυχία τα projects που του αναθέτουν οι μεγάλοι.
Ερωτήματα προς προβληματισμό
Μήπως όμως όλα τα παραπάνω οδηγήσουν τελικά στη μετατροπή των μεγάλων εταιρειών σε ενδιάμεσους παίκτες οι οποίοι απλά θα παίζουν το ρόλο του διαμεσολαβητή μεταξύ του κυρίου του έργου και των υπεργολάβων;
Θα μπορούσαν οι μικροί μελλοντικά να τους αντικαταστήσουν ή θα είναι αιώνια εγκλωβισμένοι έναντι των μεγάλων;
Πως θα αντιδρούσαν οι μεγάλοι όταν κάποιοι μικροί προσπαθήσουν να τους συναγωνιστούν;
Πόσο θα επέτρεπαν οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες μια τέτοια αλλαγή;
Εσύ τι γνώμη έχεις;
Πηγή εικόνας: Peggy_Marco – Pixabay
Οικονομικά και πολιτικά δίπολα
Ζούμε σε ένα κόσμο όπου κυβερνούν τα δίπολα.
Οι άνθρωποι με τη σειρά τους χρησιμοποιούν τα δίπολα για να
βγουν από τις δύσκολες καταστάσεις που συχνά οι ίδιοι δημιουργούν. Μερικά από τα κυρίαρχα δίπολα της σημερινής κοινωνίας είναι:
Καλό≠Κακό, Πλούσιοι≠Φτωχοί, Νίκη≠Ήττα, Άσπρο≠Μαύρο, Προοδευτικοί≠Συντηρητικοί, Αριστεροί≠Δεξιοί, Δημόσιο≠Ιδιωτικό,
Αγορά≠Κράτος κλπ.
Ένα τέτοιο πολιτικό δίπολο κυριαρχεί και στις Η.Π.Α. επί
δεκαετίες. Το δίπολο αυτό δεν είναι άλλο από τις δύο κυρίαρχες αντίπαλες παρατάξεις: Δημοκρατικοί≠Ρεπουμπλικάνοι.
του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα
(ευχαριστώ πολύ τη σελίδα 🌍militaire.gr για τη δημοσίευση του άρθρου μου)
Το αμερικανικό δίπολο όμως περισσότερο τείνει να δημιουργήσει έναν τεράστιο ηγετικό πόλο παρά δύο αντίθετους.
Ας δούμε γιατί:
Κινητήριος μοχλός και των δύο αυτών πόλων είναι η οικονομία και δη οι κύκλοι που αυτή κάνει. Οι οικονομικοί κύκλοι είναι εναλλαγές στην πραγματική οικονομία που οδηγούν από την ανάπτυξη στην ύφεση και ξανά πίσω στην ανάπτυξη. Η χρονική περίοδος μέσα στην οποία μπορεί να γίνει αυτό εξαρτάται από πολλούς παράγοντες αλλά στοχευμένες πολιτικές αποφάσεις μπορούν να ομαλοποιήσουν την περιοδικότητα ώστε να εξυπηρετεί προσυμφωνημένες δράσεις των εκάστοτε κυβερνώντων. Μπορεί λοιπόν το παραγωγικό μοντέλο Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων φαινομενικά να είναι εντελώς διαφορετικό, με τους πρώτους να είναι υπέρμαχοι της παραγωγικής βιομηχανίας ενώ οι δεύτεροι να είναι υπέρμαχοι του smart money, των επενδύσεων και των χρηματιστηρίων, αλλά κατά ένα τρόπο τα προγράμματά τους αλληλοκαλύπτονται ώστε να ικανοποιούνται κάθε φορά διάφορες απαιτήσεις των αγορών.
Η πολιτική λοιπόν που ακολουθεί καθένας από τους δύο πόλους οδηγεί είτε σε ανάπτυξη, είτε σε ύφεση και αυτό γίνεται αλλάζοντας την αξία του νομίσματός τους (δολάριο) και των αντίστοιχων επιτοκίων.
Οι Αμερικάνοι έχουν «φτιάξει» ένα σύστημα, ώστε να κερδίζουν είτε υπάρχει ανάπτυξη είτε υπάρχει ύφεση, είτε οι αγορές ανεβαίνουν, είτε κατεβαίνουν.
Στον παρακάτω πίνακα επιχειρούμε να συνοψίσουμε τον τρόπο λειτουργίας της μεγαλύτερης οικονομίας παγκοσμίως αναλόγως ποια παράταξη είναι στην εξουσία, γεγονός που επηρεάζει και μάλιστα καθοριστικά και όλες τις υπόλοιπες οικονομίες.
Έτσι λοιπόν με την περσινή εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ, ο οποίος ευαγγελιζόταν ότι θα κάνει επενδύσεις κρατώντας χαμηλά την αξία του δολαρίου, ώστε να επωφεληθεί η χώρα του και να μην υπάρξει ύφεση, παρατηρούμε ότι με βάση τον παραπάνω πίνακα αυτό δεν μπορεί εύκολα να υλοποιηθεί.
Αναμένουμε λοιπόν προσεχώς:
Το δολάριο που ήταν χαμηλά από την εκλογή του και μετά έχει αρχίσει να ανεβαίνει. Ίσως οι επιχειρούμενοι δασμοί να ήταν ένας τρόπος για να επιταχυνθεί η αύξηση.
Τα επιτόκια που είναι χαμηλά να πρέπει να αρχίσουν να ανεβαίνουν και μόλις γίνει αυτό το χρηματιστήριο που είναι ψηλά θα αρχίζει σιγά σιγά να πέφτει ώστε σε συνδυασμό με το δολάριο που ανεβαίνει, να αρχίσουν οι Αμερικάνοι να αγοράζουν μετοχές ξένων εταιρειών. Ίσως και πάλι οι δασμοί θα ήταν προς αυτή την κατεύθυνση και κάποιοι έσπευσαν να επωφεληθούν όσο υπήρχε αναταραχή τον πρώτο καιρό.
Το πετρέλαιο που ήταν ψηλά κατά την εκλογή του θα πρέπει να αρχίσει να πέφτει. Το πετρέλαιο βέβαια είχε ήδη αρχίζει να πέφτει εδώ και καιρό γιατί τις περισσότερες φορές η αγορά προεξοφλεί τις όποιες εξελίξεις.
Τέλος με τη μεσολάβηση Τραμπ σταμάτησε ο πόλεμος στη Λωρίδα της γάζας, γιατί οι Ρεπουμπλικάνοι δεν θέλουν θερμά επεισόδια. Αντίθετα θέλουν να κάνουν επενδύσεις και να εισπράξουν «ακριβά» τα όπλα που πούλησαν «φτηνά» οι Δημοκρατικοί.
Άρα με βάση τα παραπάνω αναμένουμε το προσεχές διάστημα παύση των περισσότερων ενόπλων συγκρούσεων, αύξηση των επενδύσεων των Αμερικάνων στο εξωτερικό, ύφεση και αύξηση ανεργίας στο εσωτερικό και πτώση των χρηματιστηρίων.
Ερωτήσεις για προβληματισμό:
Μήπως όμως ένα αντίστοιχο οικονομικοπολιτικό μοντέλο ακολουθείται και στις υπόλοιπες χώρες όπου
εναλλάσσονται περιοδικά προοδευτικές και συντηρητικές κυβερνήσεις;
Μήπως τελικά τα οικονομικά και πολιτικά δίπολα των ΗΠΑ είναι ένας και μόνο πόλος με διαφορετικούς εκφραστές οι οποίοι μάλιστα εναλλάσσονται στην εξουσία με συνεπή περιοδικότητα (κατά κύριο λόγο: 8
χρόνια Δημοκρατικοί, 8 χρόνια Ρεπουμπλικάνοι) τα τελευταία 100 χρόνια ώστε οι οικονομικοί κύκλοι να αλλάζουν προγραμματισμένα;
Θα μπορούσε η ραγδαία ανάπτυξη των Ασιατικών χωρών να αλλάξει αυτήν την κατάσταση ή ανήκουν όλοι οι μεγάλοι παίκτες (ΗΠΑ, ΚΙΝΑ, ΙΝΔΙΑ) στον ίδιο πόλο;
Την επόμενη φορά λοιπόν που θα δούμε κόκκινο χρώμα στην πολιτική, ας προβληματιστούμε:
είναι κόκκινο όπως του κομμουνιστή, είναι κόκκινο όπως του Ρεπουμπλικάνου, ή δεν έχει καμία σημασία πια…
Πηγή εικόνας: geralt – Pixabay
Εσύ ποιόν τρόπο ανταλλαγής αξίας προτιμάς;
Υπάρχει μια παγκόσμια συμφωνία που έχει ορίσει το χρήμα ως μέσο ανταλλαγής της αξίας. Αυτή η συμφωνία που από μόνης της είναι ένα δείγμα πολιτισμού, έχει αλλάξει πολλές μορφές στο πέρασμα του χρόνου.
Στο σημερινό άρθρο λοιπόν αναρωτιόμαστε ποιος τρόπος ανταλλαγής αξίας είναι ο καλύτερος, και τι είναι το χρήμα τελικά;
του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα
(ευχαριστώ πολύ το Περιοδικό ποικίλης ύλης – Ιδεοστρόβιλος για τη δημοσίευση του άρθρου μου)
Αντιπραγματισμός: Οι άνθρωποι από τα πρώιμα χρόνια όπου συγκροτήθηκαν σε κοινωνίες, ακριβώς επειδή είχαν καθημερινές ανάγκες τις οποίες έπρεπε να καλύψουν άρχισαν να ανταλλάσσουν πράγματα που κατείχαν με πράγματα που τους έλλειπαν. Το πρόβλημα με αυτή τη διαδικασία ήταν τι γινόταν αν κάποιος ήθελε κάτι και η άλλη πλευρά δεν ήθελε αυτό που πρόσφερε ο πρώτος; Θα πρέπει ο πρώτος να προσφέρει κάτι σε κάποιον τρίτο, εκείνος κάτι άλλο σε κάποιον άλλο και αυτό θα συνεχίζονταν μέχρι η διαδικασία να έφτανε στον κατάλληλο ο οποίος θα μπορούσε να δώσει στον πρώτο αυτό που ήθελε εξ’ αρχής.
Περιεκτικό χρήμα: Για να αποφευχθεί λοιπόν η κατασκευή αναλογιών κάθε πιθανού συνδυασμού πραγμάτων μεταξύ τους, άρχισε να ορίζεται μια τιμή για το κάθε πράγμα βάσει ενός κοινού αγαθού με το οποίο οι άνθρωποι θα μπορούσαν να αγοράσουν τα πράγματα που χρειάζονταν χωρίς να προσφέρουν κάποιο άλλο πράγμα ως αντάλλαγμα. Το αγαθό αυτό αρχικά ήταν το μέταλλο και πιο συγκεκριμένα ο χρυσός, κάτι αρκετά δύσκολο να παραχαραχθεί και ανθεκτικό στο χρόνο. Έτσι οι άνθρωποι πρόσφεραν τα κοσμήματά τους ώστε κατακερματιστούν σε συγκεκριμένο μέγεθος και μάζα, δημιουργώντας έτσι ένα είδος χρήματος που περιείχε την αξία του σε πολύτιμο μέταλλο (περιεκτικό χρήμα).
Αντιπροσωπευτικό χρήμα: Ενώ λύθηκε το πρόβλημα του αντιπραγματισμού το νέο πρόβλημα που παρουσιάστηκε ήταν ότι τα κέρματα όντας μεταλλικά ήταν κάπως βαριά, δύσκολα στη μετακίνηση, και αρκετές φορές χάνονταν κατά τη μεταφορά τους, ενώ όταν κάποιος μάζευε πάρα πολλά παρουσιάζονταν έλλειψη στην αγορά και δυσκολία στις συναλλαγές για τους υπόλοιπους (πρόβλημα ρευστότητας). Έτσι δημιουργήθηκαν οι πρώτες τράπεζες όπου οι άνθρωποι κατέθεταν τα κέρματά τους για ασφάλεια και ο τραπεζίτης τους έδινε μια απόδειξη για την κατοχύρωσή τους. Όταν κάποιος λοιπόν ήθελε να κάνει μια συναλλαγή πήγαινε στην τράπεζα, έδινε την απόδειξη, έπαιρνε τα κέρματά του και τα αντάλλασε με το προϊόν που ήθελε. Γρήγορα όμως οι άνθρωποι κατάλαβαν ότι μπορούσαν να «κόψουν δρόμο» και αντί κάθε φορά που ήθελαν να αγοράσουν κάτι να πάνε στην τράπεζα να πάρουν τα κέρματά τους, πλήρωναν απευθείας με την απόδειξη τον έμπορο/προμηθευτή. Έτσι λοιπόν τα κέρματα παρέμεναν στην τράπεζα, ενώ οι αποδείξεις μπορεί να μην περιείχαν αξία εσωτερικά αντιπροσώπευαν όμως μια αξία, γι΄ αυτό και ονομάστηκαν αντιπροσωπευτικό χρήμα.
Παραστατικό χρήμα: Αυτή η διαδικασία συναλλαγών όμως οδήγησε στην τράπεζα να κάνει ένα βήμα παραπέρα για την ανάπτυξή της ως επιχείρηση και όχι μόνο ως φύλακα των καρμάτων. Αφού ελάχιστοι πήγαιναν να ζητήσουν τα κέρματά τους, η τράπεζα άρχισε να τα δανείζει (με το αζημίωτο φυσικά=τόκος) σε ανθρώπους που τα χρειάζονταν για να κάνουν κάτι όπως π.χ. να αγοράσουν ένα σπίτι. Έτσι όσοι εισέπρατταν τα κέρματα από τους δανειολήπτες τα πήγαιναν και πάλι στην τράπεζα για να λάβουν τις αντίστοιχες αποδείξεις. Κατ’ αυτό τον τρόπο όμως ενώ η ποσότητα των κερμάτων παρέμενε η ίδια, ο αριθμός των αποδείξεων αυξάνονταν, γιατί για τα ίδια κέρματα έπαιρναν απόδειξη κατοχής περισσότερα του ενός άτομα. Το αποτέλεσμα ήταν κάθε απόδειξη να αξίζει λιγότερο και όσο η διαδικασία αυτή συνεχιζόταν η αξία έπεφτε και άλλο, δημιουργούνταν δηλαδή πληθωρισμός (φέτος αγοράζω λιγότερα πράγματα με το ίδιο ποσό απ’ ότι αγόραζα πέρσι). Για να αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα ο τρόπος ήταν να αποδεσμευτούν οι αποδείξεις από τα κέρματα. Το επιχείρημα ήταν ότι η αξία των αποδείξεων δεν βρίσκεται στην αντιστοίχισή τους με τα μεταλλικά κέρματα αλλά στην εμπιστοσύνη που έχουν οι άνθρωποι στις τράπεζες ότι κρατούν την ποσότητά τους ελεγχόμενη. Η πίστη αυτή οδήγησε στη δημιουργία του Πιστωτικού Συστήματος των Τραπεζών και οι αποδείξεις μετατράπηκαν σε παραστατικό χρήμα (FIAT money). Με την πάροδο του χρόνου όμως και με δεδομένο ότι το παραστατικό χρήμα δεν αντιστοιχίζονταν με μια συγκεκριμένη ποσότητα κερμάτων έγινε μέσο πολιτικής των εκάστοτε κυβερνώντων και συχνά οδηγούσε σε πληθωρισμό καθώς σε περιόδους κρίσης μπορούσε να παραχθεί όλο και περισσότερο από τις κεντρικές τράπεζες. Και βέβαια η διαδικασία αυτή συχνά συνδέεται και με άλλες κοινωνικές μεταβολές όπως αύξηση της ανεργίας, συσσώρευση πλούτου, δολιοφθορές κλπ.
Τελικά εσύ ποιον τρόπο ανταλλαγής της αξίας από τους παραπάνω θα επέλεγες;
Πριν απαντήσεις έχε στο νου σου ότι το χρήμα δεν είναι τίποτα άλλο από ένα μέσο ανταλλαγής της αξίας και είναι φυσιολογικό σε οποιαδήποτε μορφή του να έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Επίσης, όπως συμβαίνει και με πολλά πράγματα στη ζωή, το χρήμα ως έννοια είναι ουδέτερο, η χρήση που του κάνουμε του δίνει θετικό ή αρνητικό πρόσημο.
Για σένα τι είναι το χρήμα τελικά;
Πηγή εικόνας: Tumisu – Pixabay
Πόσοι από εμάς θυμούνται την α-λήθεια;
Στο σημερινό άρθρο αναρωτιόμαστε τι σημαίνει πραγματικά η λέξη αλήθεια και πόσοι από εμάς τη θυμούνται ουσιαστικά.
Η λέξη αλήθεια χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο για να καταδείξει κάτι το πραγματικό, κάτι το σωστό. Έτσι έχει ριζώσει στη συνείδηση του απλού ανθρώπου διαχρονικά, γι’ αυτό και όταν κάποιος αναζητά την αλήθεια, νοείται ότι αναζητά την πραγματικότητα.
Η αλήθεια ως έννοια παραπέμπει επίσης στην επιβεβαίωση της υπαρκτότητας, μιας κατάστασης δηλαδή που υπάρχει και μπορεί να βιωθεί. Η αλήθεια είναι το αντίθετο του ψέματος το οποίο παραπέμπει στην προσπάθεια αυτού που το χρησιμοποιεί να παραπλανήσει παρουσιάζοντας μια κατάσταση ως αληθινή, ενώ στην πραγματικότητα ξέρει ότι είναι αναληθής.
Μήπως όμως αυτή η θεώρηση της αλήθειας είναι αρκετά επιφανειακή;
Μήπως υπάρχουν και άλλες προεκτάσεις λιγότερο φανερές;
Εξετάζοντας την ετυμολογία της λέξης αλήθεια, παρατηρούμε ότι αποτελείται από το στερητικό α- και τη λέξη λήθη, που σημαίνει λησμονιά. Η αλήθεια δηλαδή είναι το αντίθετο της λήθης, άρα εκφράζει κάτι που δεν θέλουμε να ξεχαστεί. Με βάση αυτό το σκεπτικό, αληθινό είναι αυτό που δεν ξεχνιέται.
Πόσοι από εμάς όμως θυμούνται πραγματικά την αλήθεια; Πόσα από όλα αυτά τα γεγονότα που έχουμε βιώσει ως άνθρωποι τα θυμόμαστε πραγματικά;
Κάποια έχουν ξεθωριάσει, κάποια τα θυμόμαστε επιφανειακά, ενώ κάποια άλλα με πιο πολλές λεπτομέρειες.
Γιατί όμως συμβαίνει αυτό;
Η απάντηση έρχεται και πάλι μέσα από την έννοια της ίδιας της αλήθειας. Η αλήθεια παραπέμπει στη μνήμη και επειδή η μνήμη πολλές φορές είναι επιλεκτική, γι’ αυτό και η αλήθεια διατρέχει τον κίνδυνο να αλλοιωθεί.
Παλαιότερα αυτό γινόταν με τη διεξαγωγή πολέμων που εκτός από αμάχους δολοφονούσαν και την αλήθεια δημιουργώντας καταστάσεις που οι περισσότεροι θα ήθελαν να ξεχάσουν. Σήμερα γίνεται με τον έλεγχο της πληροφορίας ή ακόμα χειρότερα με τη σφράγιση διαφόρων διόδων πληροφόρησης που προσφέρει το διαδίκτυο και η σύγχρονη τεχνολογία.
Σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, να μη βγαίνει όλη η αλήθεια στο φως και εκ των πραγμάτων τα γεγονότα να ξεχνιούνται.
Ας πάρουμε για παράδειγμα την τραγωδία των Τεμπών. Έχουν περάσει περισσότερα από δύο χρόνια και ακόμη δεν έχει βγει κάποιο συγκεκριμένο συμπέρασμα για το τι πραγματικά συνέβη. Επιτροπές, εισαγγελείς, πολιτικοί, πορίσματα, καταγγελίες, διαδηλώσεις, κόσμος στους δρόμους και όλοι του ευαγγελίζονται ότι αναζητούν την αλήθεια. Ο καθένας όμως που έχει κάποια θέση ευθύνης και δημόσιο βήμα διαμορφώνει την προσωπική του άποψη με βάση τις πληροφορίες που έχει συλλέξει για το εν λόγω γεγονός. Και αν οι πληροφορίες αυτές είναι επιλεγμένες, τότε καταλήγει να θυμάται μόνο αυτές και έτσι να διαμορφώνει την δική του προσωπική αλήθεια.
Έτσι καταλήγουμε στο να υπάρχει η αλήθεια των πολιτικών, η αλήθεια των δικαστών, η αλήθεια των ΜΜΕ, η αλήθεια του διαδικτύου, η αλήθεια της «Ομάδας Αλήθειας», η αλήθεια του κόσμου κ.ο.κ. ανάλογα με τις πληροφορίες που έχει επιλέξει να θυμάται κάθε ομάδα από αυτές.
Η διαστρέβλωση της αλήθειας λοιπόν, είτε γίνεται εσκεμμένα είτε ακούσια εκτός από τον αποπροσανατολισμό του κόσμου έχει δύο ακόμη πολύ σοβαρές συνέπειες: Από τη μία οποιοδήποτε συμπέρασμα και να βγει μετά από τόσο και καιρό να γίνει δύσκολα πιστευτό και από την άλλη με την πάροδο του χρόνου να λησμονηθεί εντελώς το γεγονός.
Η απώλεια μνήμης, τόσο ετυμολογικά όσο και πραγματικά, είναι άμεσα συνυφασμένη με την απώλεια της αλήθειας γεγονός που έχει συνέπειες στην λειτουργία της ίδιας της κοινωνίας μας επηρεάζοντας δημοκρατικές έννοιες όπως η ισότητα, η ελεύθερη έκφραση, η αλληλεγγύη, η δικαιοσύνη κλπ.
Ας μη μετατραπεί η αλήθεια από μέσο αποθήκευσης της μνήμης σε όχημα ώστε να ξεχαστεί η ίδια της η έννοια.
Εσύ πόση αλήθεια θυμάσαι;
Πηγή εικόνας: geralt – Pixabay
Συμμετοχή και Δικαιοσύνη: Το μάθημα του «άδικου» καθηγητή
Με αφορμή την επέτειο της τραγωδίας των Τεμπών και τις εκτεταμένες διαδηλώσεις για απονομή δικαιοσύνης, αναρωτιόμαστε εάν οι μαζική συμμετοχή σε κοινωνικές δράσεις είναι ικανή να διορθώσει τις δυσλειτουργίες της δικαστικής εξουσίας.
Το μάθημα του “άδικου” καθηγητή
Κάποτε ένας καθηγητής πανεπιστημίου κατά τη διάρκεια μιας διάλεξής του, στράφηκε προς το ακροατήριό του και απευθύνθηκε σε μια φοιτήτρια που τον παρακολουθούσε:
-«Σας παρακαλώ να αποχωρήσετε από την αίθουσα», της είπε.
Η φοιτήτρια ξαφνιάστηκε και τον ρώτησε γιατί.
Ο καθηγητής απάντησε σε έντονο ύφος:
-«Δεν θέλω να παρακολουθήσετε το μάθημά μου. Να φύγετε και να μην ξανάρθετε».
Η φοιτήτρια ξαφνιασμένη από την επίθεση και εμφανώς στεναχωρημένη μάζεψε τα πράγματά της και αποχώρησε από την αίθουσα.
Τότε ο καθηγητής στράφηκε προς τους υπόλοιπους φοιτητές του και τους ρώτησε:
-«Γιατί υπάρχουν νόμοι;»
Ένας φοιτητής απάντησε:
-«Για να προστατεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα»
Ένας άλλος είπε:
-«Για να μπορούμε να εμπιστευόμαστε την κυβέρνηση»
Ένας τρίτος ψέλλισε:
-«Για Δικαιοσύνη»
Η τελευταία απάντηση άρεσε στον καθηγητή ο οποίος συνέχισε ρωτώντας:
-«Ήταν άδικο αυτό που έκανα στη συμφοιτήτριά σας;»
Κανένας δεν απάντησε. Οπότε ο καθηγητής ξαναρώτησε:
-«Ήταν άδικο αυτό που έκανα στη συμφοιτήτριά σας;»
Τότε κάποια κεφάλια άρχισαν να γνέφουν καταφατικά.
Ο καθηγητής ξαναρώτησε ακόμη πιο έντονα:
-«Ήταν άδικο αυτό που έκανα στη συμφοιτήτριά σας;»
«Ναι» αποκρίθηκε κάποιος. «Βέβαια» είπε κάποιος άλλος. «Απολύτως» φώναξε ένας τρίτος.
-«Τότε όταν ζήτησα από τη συμφοιτήτριά σας να φύγει γιατί δε μίλησε κανένας; Γιατί κανένας δεν την υπερασπίστηκε;» παραπονέθηκε ο καθηγητής.
-«Σήμερα λοιπόν πήρατε όλοι σας ένα πολύ σημαντικό πρακτικό μάθημα. Δεν αντέδρασε κανείς σας στην αδικία επειδή το συγκεκριμένο συμβάν δεν σας επηρέασε προσωπικά. Αυτή σας όμως η συμπεριφορά είναι ενάντια στη δομή μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Το ότι δε σας αγγίζει κάτι τώρα δε σημαίνει ότι δε σας αφορά γενικά, γιατί κάποια στιγμή μπορεί να έρθετε εσείς στη θέση της συμφοιτήτριάς σας και τότε πιστέψτε με θα θέλετε οι συμφοιτητές σας να σας υπερασπιστούν έναντι της καταφανούς αδικίας. Αν δε
βοηθήσετε λοιπόν να έρθει η Δικαιοσύνη μέσω της συμμετοχής σας τότε όταν θα αδικηθείτε οι ίδιοι πολύ πιθανό να μην είναι κανένας εκεί ώστε να σας υπερασπιστεί».
Το συμπέρασμα
Από το παραπάνω παράδειγμα λοιπόνδιαφαίνεται ότι η λειτουργία μιας δημοκρατικής κοινωνίας προασπίζεται με τη μαζική συμμετοχή των πολιτών, οι οποίοι οφείλουν να βάλουν τη συλλογική αντιμετώπιση των γεγονότων πάνω από την ατομική ώστε, να έρθουν τα βέλτιστα αποτελέσματα. Η δικαιοσύνη είναι ένας από τους βασικούς πυλώνες για να κρατηθεί μια κοινωνία συνεκτική, ώστε οι πολίτες της να μη χάνουν την εμπιστοσύνη τους προς τις ανεξάρτητες αρχές.
Δεν υπάρχει σωστή λειτουργία ενός δημοκρατικού πολιτεύματος χωρίς σωστή λειτουργία της δικαιοσύνης. Η δικαιοσύνη θα μπορούσε να παρομοιαστεί με ένα δέντρο που υπάρχει στην κεντρική πλατεία κάθε πόλης μικρής ή μεγάλης. Όσο το φροντίζουν οι κάτοικοι της, τόσο αυτό θα ανθίζει και θα μεγαλώνει. Όσο αδιαφορούν τόσο θα μαραζώνει και θα ξεραίνεται. Επιπλέον όσο περισσότερο το προστατεύουν, τόσο αυτό θα μπορεί να κάνει τη δουλειά του ανεπηρέαστο, δηλαδή να παράγει οξυγόνο για όλους μας.
Το δέντρο αυτό είναι κοινόχρηστο έτσι μπορούμε όλοι με τη συμμετοχή μας να του προσφέρουμε ασφάλεια γιατί όπως η δικαιοσύνη είναι το εχέγγυο της δημοκρατίας, έτσι και η κοινωνική συμμετοχή και δράση μπορεί να γίνουν τα εχέγγυα της σωστής και εύρυθμης λειτουργίας της δικαστικής εξουσίας.
Φυσικά επ’ ουδενί δεν υποστηρίζουμε ότι πρέπει οι πολίτες να πάρουν το νόμο στα χέρια τους, αλλά μέσω της συμμετοχής τους να ξανά δώσουν ζωή στις τοπικές κοινωνίες και με αυτόν τον τρόπο να υψώθεί ένα τοίχος προστασίας γύρω από τα κοινά αγαθά όπως είναι η δικαιοσύνη, ώστε οι εκπρόσωποί της να μπορούν πραγματικά να λειτουργήσουν ελεύθεροι και ανεπηρέαστοι από εξωγενείς παράγοντες.
Εσύ τι πιστεύεις;
Πηγή εικόνας: AJEL – Pixabay
* Το άρθρο φιλοξενήθηκε στην ιστοσελίδα lep.gr









