Οι υπηρεσίες μας

Παρέχουμε ολοκληρωμένες λύσεις που καλύπτουν τομείς engineering, εκπαίδευσης και real estate, συνδυάζοντας τεχνική γνώση, εμπειρία και καινοτόμες προσεγγίσεις, ώστε να ανταποκρινόμαστε με συνέπεια στις ανάγκες κάθε έργου και συνεργασίας.

Διαβάστε περισσότερα

Φυσικά φαινόμενα, καταστροφές, θεομηνίες…

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα,

Πολλές εκφράσεις ακούγονται και γράφονται τις τελευταίες μέρες για να περιγράψουν τις τραγικές καταστάσεις που βιώνουν οι κάτοικοι του Θεσσαλικού κάμπου μετά το πέρασμα της κακοκαιρίας Daniel. Αντίστοιχες εκφράσεις γράφονταν και ακούγονταν λίγο καιρό πριν για τις μεγάλες πυρκαγιές στον Έβρο και το ίδιο συνέβαινε βέβαια και τα προηγούμενα χρόνια σε αντίστοιχα γεγονότα (πυρκαγιές, χιονοπτώσεις, πλημμύρες κλπ).

Οι επικρατέστερες φράσεις σε τέτοιες καταστάσεις είναι «φυσική καταστροφή» ή «θεομηνία». Απαιτείται όμως ιδιαίτερη προσοχή στη χρήση των εκφράσεων αυτών καθώς πολλές φορές οδηγούν στη δημιουργία εντυπώσεων οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν την αντιμετώπιση των επιπτώσεων κάθε ακραίας κατάστασης.

Και εξηγούμαι…

Όταν συμβαίνει μια έντονη βροχόπτωση (ή χιονόπτωση κλπ), το γεγονός αυτό από μόνο του αποτελεί ένα φυσικό φαινόμενο. Είτε η ένταση της βροχής είναι μεγάλη, είτε μικρή το γεγονός ότι βρέχει είναι ένα φυσικό φαινόμενο το οποίο μπορεί να εξηγηθεί επιστημονικά γιατί συμβαίνει. Ελάχιστοι όμως χαρακτήρισαν την κακοκαιρία Daniel ως φυσικό φαινόμενο. Αντίθετα σχεδόν όλοι αναφέρθηκαν σε φυσική καταστροφή. Όλοι φυσικά μπορούν να έχουν την άποψή τους αλλά ζούμε σε μια οργανωμένη κοινωνία με κανόνες κοινά αποδεκτούς. Συνεπώς στο σημείο αυτό προκύπτει ένα ερώτημα. Πως ένα φυσικό φαινόμενο μετατρέπεται σε φυσική καταστροφή;

Για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για καταστροφή προφανώς θα πρέπει κάτι να καταστραφεί. Εάν συνεπώς το φυσικό φαινόμενο συμβεί σε μια περιοχή του πλανήτη που δεν κατοικείται τότε δεν υπάρχει κάτι που μπορεί να καταστραφεί. Υπάρχει βέβαια περίπτωση εάν το φυσικό αυτό φαινόμενο είναι ακραίας έντασης να αλλάξει η γεωμορφολογία του εδάφους και αυτή η αλλαγή να επηρεάσει με τη σειρά της έμμεσα τις κατοικημένες περιοχές του πλανήτη. Αλλά αυτό είναι ένα αντικείμενο μελέτης για τους επιστήμονες και δεν αφορά άμεσα τη ζωή εντός οργανωμένων κοινωνιών. Υπάρχει όμως περίπτωση το φυσικό φαινόμενο να συμβεί σε κατοικημένες περιοχές και τότε ξεκινάει η καταγραφή των επιπτώσεων στη ζωή των ανθρώπων.

Για το γεγονός όμως ότι μπορεί να καταστραφούν υποδομές όπως δρόμοι, φράγματα, γέφυρες, κτίρια κλπ δεν ευθύνεται η βροχή. Ο τρόπος κατασκευής των έργων, η επιλογή των σημείων χωροθέτησης των πόλεων και των οικισμών, η χάραξη των δρόμων, οι διαδρομές των δικτύων, τα μεγέθη των γεφυρών και των φραγμάτων είναι μόνο κάποιοι από τους παράγοντες οι οποίοι καθορίζουν το μέγεθος των επιπτώσεων ενός φυσικού φαινομένου σε μια κατοικημένη περιοχή. Τι θα συνέβαινε λοιπόν εάν οι υποδομές στο Θεσσαλικό κάμπο ήταν διαφορετικά χωροθετημένες; Εάν τα φράγματα και οι γέφυρες είχαν διαφορετικό μέγεθος, εάν οι δρόμοι διέρχονταν από άλλες διευθύνσεις, οι επιπτώσεις του Daniel θα ήταν μικρότερες; Ίσως.

Την απάντηση στο ερώτημα μπορούν να δώσουν μόνο αρμόδιες ειδικότητες επιστημόνων οι οποίοι είναι σε θέση να εκτελέσουν πολυκριτιριακές αναλύσεις λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες οικονομικούς, πολιτικούς, κοινωνικούς κλπ. και να εκπονήσουν συγκριτικές μελέτες εναλλακτικών σεναρίων.

Θα μου πείτε μα αυτό δε γίνεται όταν πρόκειται να κατασκευαστεί ένα έργο; Η απάντηση είναι ότι αυτό θα έπρεπε να γίνεται (και όντως σε αρκετές περιπτώσεις εκπονούνται τέτοιες μελέτες), αλλά η τελική απόφαση πάντα είναι πολιτική. Δυστυχώς λοιπόν οι λεγόμενοι πολιτικοί προϊστάμενοι όλων των επιστημονικών επιτροπών είναι αυτοί που θα αποφασίσουν εάν θα προωθήσουν τη μία επιστημονική πρόταση ή την άλλη ή αν θα τις αφήσουν όλες μέσα σε ένα συρτάρι και θα προχωρήσουν σε άλλες διαδικασίες.

Επιπλέον ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας (εκτός από αυτούς που αναφέρθηκαν) είναι η χρονική στιγμή που επιλέγεται να κατασκευαστεί ένα έργο. Έτσι λοιπόν, όταν οι πολιτικοί αρμόδιοι αποφασίσουν να βγάλουν από το συρτάρι της μελέτες για να προχωρήσουν τα αντίστοιχα έργα, υπάρχει πιθανότητα οι μελέτες αυτές να μην ανταποκρίνονται πλέον στη νέα πραγματικότητα. Ποιος όμως, όσο καλή διάθεση και να έχει, ζητάει την επικαιροποίησή τους; Και από ποιόν θα γίνει αυτή η επικαιροποίηση, καθώς η επιτροπή που συνέταξε τις αρχικές μελέτες μπορεί να μην είναι δυνατόν να συγκλιθεί ξανά.

Στην εποχή που ζούμε υπάρχει ένα αρνητικό και ένα θετικό στοιχείο σχετικά με την εκπόνηση επιστημονικών μελετών. Το αρνητικό είναι ότι τα δεδομένα αλλάζουν με πολλή μεγάλη ταχύτητα ενώ το θετικό είναι ότι πλέον έχουμε εργαλεία για να συλλέγουμε και να επεξεργαζόμαστε τα δεδομένα αυτά με ανάλογη ταχύτητα. Επιπλέον η διαχείριση των λεγόμενων big data έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο εκπονούνται οι επιστημονικές μελέτες και θα μπορούσε να δώσει άλλη διάσταση στον προγραμματισμό εκτέλεσης των έργων. Δυστυχώς όμως το αποτέλεσμα είναι το ίδιο καθώς η τελική απόφαση θα είναι πάντα πολιτική.

Επίσης είναι σαφές ότι τέτοιου είδους φυσικά φαινόμενα δεν μπορείς να τα «μανατζάρεις» εν εξελίξει. Για να τα αντιμετωπίσεις θα πρέπει να έχεις λάβει τα μέτρα σου. Είναι κάτι σαν την ασφάλεια. Την πληρώνεις και εύχεσαι να μην τη χρειαστείς ποτέ. Αλλά αν τη χρειαστείς θα είναι εκεί για να σε βοηθήσει. Επιπρόσθετα αξίζει να σημειωθεί ότι ένα κομμάτι της πρόληψης είναι και η ενημέρωση των πολιτών σχετικά με το τι θα πρέπει να κάνουν σε ακραίες καιρικές περιπτώσεις καθώς και ο συντονισμός όλων των δυνάμεων που κρατάνε μια κοινωνία συνεκτική. Εξάλλου η σωστή διαχείριση των καταστάσεων κρίνεται από τις ενέργειες που έκανες πριν και μετά το φαινόμενο.

Συνεπώς δεν καταστρέφει η βροχή τις υποδομές, οι πολιτικές αποφάσεις τις καταστρέφουν. Άρα δεν υπάρχουν φυσικές καταστροφές μόνο φυσικά φαινόμενα. Οι καταστροφές είναι πάντα πολιτικές.

Κλείνοντας αξίζει να σημειώσουμε και κάτι ακόμη σημαντικό. Τις μεγαλύτερες επιπτώσεις των ακραίων φυσικών φαινομένων τις υφίστανται οι άνθρωποι των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων (για τους οποίους το κράτος συνήθως νοιάζεται λιγότερο) καθώς η χαμηλή οικονομική τους δυναμική δεν τους επιτρέπει να προβούν στις καλύτερες επιλογές για να προστατέψουν την περιουσία τους (κατασκευή σπιτιών και εγκαταστάσεων με ευτελή υλικά, απουσία ή κατασκευή ιδιωτικών δικτύων με εμπειρικό και πρόχειρο τρόπο κλπ). Με βάση τα παραπάνω λοιπόν και ο όρος «θεομηνία» δεν είναι σωστό να χρησιμοποιείται γιατί προφανώς δεν φταίει ο θεός που έβρεξε πολύ, ούτε ο θεός νοιάζεται λιγότερο για τους οικονομικά πιο αδύναμους. Κάποιοι άλλοι δεν νοιάζονται όσο πρέπει και τους έχουν αφήσει απροστάτευτους.

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/12019-12019/

Διαβάστε περισσότερα

Μήπως τελικά δε χρειαζόμαστε τόσους πολλούς managers;

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα,

Τις τελευταίες μέρες έχει ανοίξει πολύ έντονα και πάλι η κουβέντα για τη σωστή πρόληψη και την ετοιμότητα του κρατικού μηχανισμού ώστε να αντιμετωπιστούν «ακραίες» καταστάσεις όπως οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες, οι χιονοπτώσεις κλπ. Αφορμή βέβαια έχουν σταθεί η μεγάλης έκτασης καταστροφές όχι μόνο τη φετινή χρονιά αλλά και τις δύο προηγούμενες.

Οι πολίτες επιρρίπτουν ευθύνες τους κυβερνόντες, η κυβέρνηση και οι αρμόδιοι υπουργοί «κατηγορούν» την κλιματική κρίση και βέβαια πάντα υπάρχουν και οι υπέρμαχοι των θεωριών συνωμοσίας.

Για το τελευταίο ίσως αναφερθούμε σε κάποιο επόμενο άρθρο αν και χωρίς αποδείξεις αλλά μόνο με ενδείξεις δεν μπορεί να βγει κάποιο ασφαλές συμπέρασμα.

Σχετικά τώρα με την κλιματική κρίση, η κουβέντα έχει περάσει από πολλά στάδια. Θυμίζουμε ότι ο όρος κλιματική κρίση αναφέρεται τώρα τελευταία όλο και συχνότερα και ήρθε να αντικαταστήσει τον όρο κλιματική αλλαγή. Πριν από αυτούς τους όρους βέβαια η αρχική φράση ήταν υπερθέρμανση του πλανήτη αλλά επειδή ως φράση είχε αρνητική χροιά, γρήγορα μετατράπηκε από τους πολιτικούς σε κλιματική αλλαγή (πιο ήπια έκφραση και στην λέξη αλλαγή μπορεί κάποιος να δώσει αρνητική αλλά και θετική έννοια). Τέλος και πάλι οι πολιτικοί αντικατέστησαν τη λέξη αλλαγή με τη λέξη κρίση ώστε να δείξουν τη σφοδρότητα των φαινομένων και να καλύψουν πιθανές δικές τους οργανωτικές αδυναμίες.

Επιπλέον, εκτός από τις παραπάνω φράσεις, χρησιμοποιούν βαρύγδουπη ορολογία (όπως μέγα-φωτιά, μέγα-βροχή κλπ) οι οποίες όχι μόνο αποποίηση ευθυνών δεν προσφέρουν αλλά είναι απόδειξη προβληματικής οργάνωσης (η φωτιά προφανώς στην αρχή ήταν μικρή και μετά έγινε μεγάλη αλλά κανένας δε φρόντισε να τη σβήσει εγκαίρως!).

Και μετά από αυτή την εκτεταμένη εισαγωγή ερχόμαστε στο κυρίως θέμα και προσπαθούμε να δώσουμε απάντηση στο ερώτημα εάν χρειάζονται τόσοι πολλοί managers σε όλες τις οργανωτικές δομές του κράτους. Το φαινόμενο του μεγάλου αριθμού διαχειριστών είναι μια παθογένεια πολλών ιδιωτικών επιχειρήσεων οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις έχουν επηρεαστεί από την αντίστοιχη οργάνωση των κρατικών υπηρεσιών.

Κάθε φορά που στο δημόσιο διάλογο γίνεται αναφορά στο θέμα της χρησιμότητας τόσων πολλών managers μου έρχεται στο μυαλό η παρακάτω εικόνα.

Είναι σαφές ότι στην ελληνική επιχειρηματική νοοτροπία επικρατεί η άποψη ότι όσους περισσότερους managers έχει μια εταιρεία, τόσο καλύτερα οργανωμένη είναι και τόσο καλύτερο αποτύπωμα θα αφήσει στην αγορά την οποία δραστηριοποιείται.

Δυστυχώς όμως με την πάροδο του χρόνου αποδεικνύεται το εντελώς αντίθετο. Σκεφτείτε πως γίνεται η ροή της πληροφορίας σε ένα τέτοιο επιχειρησιακό μοντέλο. Ο διευθυντής δίνει εντολή στον πρώτο manager, αυτός με τη σειρά του στον επόμενο manager και το φαινόμενο συνεχίζεται μέχρι να φτάσει η πληροφορία στον τελικό αποδέκτη που τις περισσότερες φορές είναι ένας εργαζόμενος ο οποίος κάνει τη δουλειά.

Τα προβλήματα που εντοπίζονται σε αυτό το μοντέλο είναι αρκετά.

Πρώτον, επειδή η πληροφορία περνά από τόσα άτομα δεν μπορεί κανένας να είναι σίγουρος ότι θα φτάσει αυτούσια και σωστή στον τελικό αποδέκτη.

Δεύτερον, εάν για κάποιο λόγο, ένας από του ενδιάμεσους managers δε βρίσκεται στη θέση του (επειδή μπορεί κάτι να του συνέβη, να έχει άδεια κλπ), τότε η πληροφορία θα καθυστερήσει να φτάσει στον προορισμός της.

Τρίτον, εάν κάποιος από τους ενδιάμεσους managers δεν συμφωνεί με τη συγκεκριμένη εντολή μπορεί να μπλοκάρει στη διαδικασία πολύ εύκολα.

Τέταρτον αυτό το μοντέλο είναι προβληματικό όσο αναφορά τη μέτρηση της παραγωγικότητας καθενός στελέχους χωριστά καθώς ο κάθε manager θα πρέπει να μετράει την παραγωγικότητα του επόμενου στην ιεραρχία και όπως είναι φανερό όλοι οι ενδιάμεσοι κρίκοι της αλυσίδας λόγω μειωμένης δραστηριότητας θα παρουσιάζουν σχεδόν μηδενικές αποδόσεις.

Μήπως κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στην οργάνωση του κρατικού μηχανισμού;

Και αν ναι υπάρχει λύση;

Η απάντηση έρχεται και πάλι από τον κόσμο των επιχειρήσεων και είναι η μετατροπή των managers σε leaders. Ένας leader (ηγέτης) διαφέρει από έναν manager (διαχειριστή) σύμφωνα με την παρακάτω εικόνα.

Προτείνεται λοιπόν η υπερανάλυση όλων των δραστηριοτήτων μιας υπηρεσίας και εν συνεχεία ο πλήρης και σαφής διαχωρισμός αρμοδιοτήτων και η δημιουργία μικρών και ευέλικτων ομάδων για καθεμιά από τις οποίες θα είναι υπεύθυνος ένας leader. Η ομάδα αυτή αφού αποκτήσει ομοιογένεια θα εξειδικευτεί σε ένα και μόνο αντικείμενο και δεν θα εμπλέκεται σε αρμοδιότητες άλλων ομάδων. Στο νέο αυτό μοντέλο ο ηγέτης θα πρωτοστατεί της επιχείρησης και η πληροφορία θα μεταφέρεται άμεσα σε όλους τους εμπλεκόμενους. Επιπλέον εάν κάποιος θέλει να μπλοκάρει τη διαδικασία, το project θα συνεχίζεται απρόσκοπτα από τις υπόλοιπες ομάδες και τέλος η μέτρηση της παραγωγικότητας θα γίνεται αυτόματα από τον ηγέτη της κάθε ομάδας ο οποίος έχοντας ένα μικρό αριθμό ατόμων να διαχειριστεί θα είναι σε θέση να βελτιστοποιήσει την απόδοσή τους ανεξάρτητα από όλους τους υπόλοιπους.

Τέλος για να διαπιστώσουμε εάν ένας manager έχει τα προσόντα να γίνει leader υπάρχουν πολλές τεχνικές. Μια εμπειρική τεχνική μας έρχεται από το χώρο της αυτοβελτίωσης και μας λέει ότι για να δεις εάν κάποιος είναι κατάλληλος να ηγηθεί μιας ομάδας αρκεί να κάνεις την εξής απλή ερώτηση στον εαυτό σου: θα τον ακολουθούσα;

Εάν η απάντηση είναι θετική τότε θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στον υποψήφιο leader να δείξει την αξία του. Εάν η απάντηση είναι αρνητική τότε θα πρέπει να βρεθεί ένας άλλος ρόλος για το άτομο αυτό ώστε να έχει τη βέλτιστη απόδοση και κατ΄επέκταση τη μέγιστη προσφορά.

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/geralt-9301/

Διαβάστε περισσότερα

Οι αριθμοί λένε πάντα την αλήθεια; Άμα ξέρεις να τους διαβάζεις…

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα,

Τα μαθηματικά είναι μια επιστήμη που εφαρμόζεται σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής. Από την αμοιβή που λαμβάνουμε από την εργασία μας, το ενοίκιο και τους λογαριασμούς που πληρώνουμε, τις τιμές των καυσίμων και των προϊόντων που αγοράζουμε μέχρι τους τραπεζικούς λογαριασμούς και όλα στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, τα πάντα εκφράζονται με αριθμούς.

Λένε όμως οι αριθμοί πάντα την αλήθεια;

Πριν απαντήσουμε στο παραπάνω ερώτημα θα πρέπει να κάνουμε έναν διαχωρισμό. Έχει σημασία λοιπόν εάν ο αριθμός που εξετάζουμε εκφράζεται ως απόλυτο νούμερο ή ως ποσοστό.

Έλα να κάνουμε μαζί μια άσκηση.

Έστω ότι ένας εργαζόμενος υφίσταται μείωση του μισθού του κατά 50% (ακραίο αλλά στην Ελλάδα μπορεί να συμβεί!). Έστω ότι μετά από λίγο καιρό τον φωνάζει ο εργοδότης του και του λέει ότι για να αποκαταστήσει την αδικία θα του αυξήσει το μισθό κατά 50%.

Ωραία σκέφτεται ο εργαζόμενος. Πριν λίγους μήνες έχασα το 50% του μισθού μου και τώρα το πήρα πίσω! Άρα αναμένει να λάβει το μισθό που λάμβανε αρχικά. Και δυστυχώς το ίδιο θα ανέμεναν και όλοι όσοι βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση με αυτόν.

Στο τέλος του μήνα όμως, ο ήρωάς μας τσεκάρει τον τραπεζικό του λογαριασμό και βλέπει ότι του έχει κατατεθεί ως μισθός ένα ποσό μικρότερο από το αρχικό.

Τι συνέβη; Πού έκανε λάθος ο εργαζόμενος;

Πουθενά! Τα ποσοστά μείωσης και αύξησης όντως είναι ίδια, η βάση υπολογισμού όμως είναι διαφορετική.

Ας το ποσοτικοποιήσουμε για να το καταλάβουμε καλύτερα.

Έστω ότι ο φίλος μας λάμβανε αρχικό μισθό 1000€.

Με τη μείωση 50% που του έκανε ο εργοδότης ο μισθός του πλέον θα ήταν 50%*1000€=500€

Στη συνέχεια ο εργοδότης του έκανε αύξηση 50% άρα το μισθός του πλέον θα διαμορφωνόταν στα (1+50%)*500€=750€

Αν το παραπάνω παράδειγμα το βλέπαμε ως απόλυτα νούμερα και όχι ως ποσοστά θα λέγαμε ότι ο εργαζόμενος με τη μείωση έχασε 500€ και με την αύξηση κέρδισε 250€. Ενώ δηλαδή ως ποσοστά (μείωσης και αύξησης) είναι τα ίδια, μόνο όταν μετατραπούν σε απόλυτα ποσά φαίνεται η πραγματική διαφορά.

Για να επανέλθει δηλαδή ο εργαζόμενος στον αρχικό του μισθό θα πρέπει ο εργοδότης να του κάνει αύξηση 100% και όχι 50%, ακριβώς γιατί η βάση υπολογισμού είναι διαφορετική!

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τα λεγόμενα ποσοστά κέρδους. Εάν έχουμε δηλαδή δύο εταιρείες που από τα έργα που έχουν αναλάβει να υλοποιήσουν κερδίζουν και οι δύο 20% τότε δημιουργείται η εντύπωση ότι τα κέρδη τους είναι τα ίδια. Μπορεί όμως η μία εταιρεία να κέρδισε 20% σε ένα έργο των 10.000€ ενώ η άλλη να κέρδισε 20% σε ένα έργο των 150.000€. Σε απόλυτα ποσά η πρώτη θα έχει κέρδη 2.000€ ενώ η δεύτερη 30.000€. Βέβαια είναι διαφορετικά και τα έξοδα που έχουν αλλά και πάλι η διαφορά σε απόλυτα νούμερα είναι τεράστια.

Συμπέρασμα: Όταν συγκρίνουμε μεταξύ τους ποσοστά θα πρέπει η βάση αναφοράς να είναι η ίδια.

Θέλεις να κάνουμε ακόμη μια άσκηση;

Έστω ότι έχουμε τους παρακάτω αριθμούς:

1, 4, 6, 10, 15, 18

Αν κάποιος θέλει να βρει τη μέση τιμή των παραπάνω αριθμών τότε θα υπολογίζει το γνωστό σε όλους μας μέσο όρο ως:

(1+4+6+10+15+18)/6=9

Τι θα γινόταν όμως εάν στην παραπάνω σειρά προσθέταμε στο τέλος και τον αριθμό 156;

Αν υπολογίζαμε και πάλι το μέσο όρο θα βρίσκαμε:

(1+4+6+10+15+18+156)/7=30

Βλέπουμε λοιπόν ότι στη δεύτερη περίπτωση ο μέσος όρος δεν είναι σωστό μέγεθος για να περιγράψει τη μέση τιμή ακριβώς επειδή υπάρχει μια ακραία τιμή στο δείγμα που στρεβλώνει το αποτέλεσμα.

Σε τέτοιες περιπτώσεις ή θα πρέπει να απομονώνουμε τις ακραίες τιμές και να υπολογίζουμε μετά το μέσο όρο, ή αντί για το μέσο όρο να υπολογίζουμε τη διάμεσο, δηλαδή τον αριθμό που βρίσκεται ακριβώς στη μέση εάν τοποθετήσουμε όλα τα νούμερα του δείγματος σε αύξουσα σειρά.

Στο παράδειγμά μας η διάμεσος είναι ο αριθμός 10 που είναι πολύ κοντά στο μέσο όρο χωρίς να λάβουμε υπόψη την ακραία τιμή (το νούμερο 9 δηλαδή).

Συμπέρασμα: Τελικά το μέγεθος μετράει!

 

Άρα τελικά οι αριθμοί λένε πάντα την αλήθεια;

Φυσικά είναι η απάντηση…αρκεί να ξέρεις να τους διαβάζεις!

Και ένα ακόμη παράδειγμα πριν κλείσουμε:

Έστω ότι το μήνα Απρίλιο μια χώρα είχε ρυθμούς ανάπτυξης 5%, το Μάιο 4% και τον Ιούνιο 3%.

Εάν βάλεις τα νούμερα σε ένα διάγραμμα θα προκύψει μια γραμμή που συνεχώς μειώνεται και έτσι δημιουργείται η εντύπωση ότι η χώρα έχει ύφεση.

Σωστό; Λάθος!

Ο μείωση του ρυθμού αύξησης ενός μεγέθους λοιπόν δεν σημαίνει ότι το μέγεθος μειώνεται αλλά ότι αυξάνεται πιο αργά.

Τέλος θα πρέπει να σημειώσουμε ότι όλοι οι παραπάνω μαθηματικοί υπολογισμοί χρησιμοποιούνται από την ανάποδη τόσο από τις κυβερνήσεις όσο και από τα ΜΜΕ (άλλοτε από αμέλεια και άλλοτε εσκεμμένα) ώστε να δημιουργούν εντυπώσεις που τις περισσότερες φορές μαθηματικά δεν στέκουν!

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/chenspec-7784448/

Διαβάστε περισσότερα

Ο Δήμαρχος, ο Εργολάβος και η Αρχιτέκτονας. Ποιός ελέγχει ποιoν τελικά; Μια ιστορία για τις ΑΠΕ

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα,

Η αύξηση εγκατάστασης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας την τελευταία δεκαετία στα πλαίσια της πολυδιαφημιζόμενης βιώσιμης ανάπτυξης έχει αποκτήσεις φανατικούς υποστηρικτές και ορκισμένους εχθρούς. Πολιτικοί και εργολάβοι από τη μία και ελεγκτικοί μηχανισμοί και περιβαλλοντικές οργανώσεις από της άλλη επιδίδονται σε ένα μπρα ντε φερ ώστε να ικανοποιήσει ο καθένας το κοινό του. Το θέμα είναι ότι η αντιπαλότητα αυτή χωρίζει στη μέση και την τοπική κοινωνία καθώς κάποιες κοινωνικές ομάδες θα ευνοηθούν από την υλοποίησή του έργου και κάποιες άλλες θα πληγούν, όπως συμβαίνει σε κάθε μεγάλο έργο που κατασκευάζεται σε μια περιοχή.

Η ιστορία

Με αυτό το υπόβαθρο ξεκινάει και η ιστορία μας, όπου πρωταγωνιστές είναι ένας Δήμαρχος (Δ), ένας Εργολάβος (Ε) και μια Αρχιτέκτονας (Α).

Σε ορεινή επαρχιακή περιοχή της χώρας όπου οι κύριες δραστηριότητες είναι γεωργοκτηνοτροφικές και εναλλακτικός τουρισμός (αγροτουρισμός κλπ) παίρνεται απόφαση κατασκευής αιολικού πάρκου. Ο Δήμαρχος περιχαρής, παρά τις αντιδράσεις και τις κινητοποιήσεις περιβαλλοντικών οργανώσεων ότι θα επηρεαστεί (δυσμενώς) η πανίδα της περιοχής, ενεργοποιεί τα προσκείμενα σε αυτόν μέσα ενημέρωσης να προωθήσουν την απόφαση, δίνοντας του τα εύσημα για τις ενέργειές του. Στις αφανής διαδικασίες που προηγήθηκαν βέβαια έχει προαποφασιστεί ποια κατασκευαστική εταιρεία θα πάρει το έργο και ο Εργολάβος είναι σε ετοιμότητα και περιμένει την τυπική (όπως νομίζει) έκδοση της άδειας ώστε να βάλει μπρος τις μηχανές.

Στο σημείο αυτό μπαίνει στο κάδρο και μια Αρχιτέκτονας η οποία κάθε άλλο παρά εναντίον της βιώσιμης ανάπτυξης είναι. Τυγχάνει όμως να είναι πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου αρχιτεκτονικής που καλείται να δώσει το ΟΚ για την έκδοση της απαιτούμενης άδειας! Κατά τη συνεδρίαση του συμβουλίου λοιπον, μόλις η επιτροπή ανοίγει τη μελέτη βρίσκεται αντιμέτωπη με κάτι τρομακτικό. Η επέμβαση που πρέπει να γίνει στο βουνό για την κατασκευή του αιολικού πάρκου (τόσο για την κατασκευή των βάσεων κάθε πυλώνα, όσο και για τη δημιουργία των απαιτούμενων προσβάσεων και σύνδεσης με το δίκτυο) είναι τόσο μεγάλη που αλλάζει όλη η μορφολογία της περιοχής.

Προβληματισμένα τα μέλη της επιτροπής συμφωνούν ότι δεν μπορούν να δώσουν έγκριση ώστε να προχωρήσει το έργο! Η Αρχιτέκτονας λοιπόν καλείται να μεταφέρει τα δυσάρεστα νέα στο Δήμαρχο. Εκείνος έξω φρενών αρχίζει τα τηλεφωνήματα για να λύσει ένα (όπως διαδίδει προς τα έξω) διαδικαστικό θέμα που έχει προκύψει. Δυστυχώς όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο νομίζει καθώς η προσφιλή του τεχνική (θα πάρω ένα τηλέφωνο και θα λυθεί το θέμα) δεν έχει αποτέλεσμα.

Η επόμενή του κίνηση είναι να καλέσει σε μια ανεπίσημη συνάντηση την Αρχιτέκτονα και τον Εργολάβο ώστε να βρουν οι τρεις του μια λύση. Στη συνάντηση αυτή η στιχομυθία πήγε κάπως έτσι:

-Δ: Παρακαλώ εξηγήστε μου το πρόβλημα κα Πρόεδρε.

-Α: Κ. Δήμαρχε η μελέτη που μας προσκομίστηκε περιγράφει μια τεράστια επέμβαση στην ορεινή περιοχή όπου πρόκειται να κατασκευαστεί το έργο την οποία η το συμβούλιο αρχιτεκτονικής δεν μπορεί να εγκρίνει.

-Ε: Μα δεν γίνεται αλλιώς να κατασκευαστεί το έργο. Το βουνό είναι πολύ απότομο, πως θα πάνε τα υλικά στην κορυφή;

-Δ: Έχει δίκιο ο Ε.

-Α: Μα δεν υπάρχει νομοθεσία που να μας επιτρέπει να εγκρίνουμε τέτοια παρέμβαση. Εξάλλου ένα έργο θα πρέπει να προσαρμόζεται στο περιβάλλον στο οποίο πρόκειται να κατασκευαστεί και όχι το περιβάλλον στο έργο!

Ο Δήμαρχος και ο Εργολάβος είχαν αλλάξει δέκα χρώματα.

-Δ: Δηλαδή τι προτείνεται να μην φτιάξουμε το έργο που θα αναβαθμίζει ολόκληρη την περιοχή και θα μας εντάξει στο top των Δήμων με τη μεγαλύτερη συνεισφορά ΑΠΕ;

-Ε: Δεν ξέρω τι λέτε εσείς εγώ τα χώματα των εκσκαφών τα έχω πουλήσει ήδη και με τα λεφτά που πήρα είμαι έτοιμος να ξεκινήσω!! (Όντως τα προϊόντα εκσκαφών ενός τέτοιου έργου είναι ζηλευτά και πολλοί έμποροι αντιμάχονται για το ποιος θα τα καπαρώσει)

-Δ: Αν δεν εγκρίνετε το έργο θα κάνω αγωγή τόσο στην επιτροπή όσο και σε σας προσωπικά για διαφυγόντα κέρδη!

Η Αρχιτέκτονας έφυγε πολύ αναστατωμένη από τη συνάντηση. Δεν κοιμήθηκε καθόλου εκείνο το βράδυ. Προσπαθούσε να καταλάβει εάν ήταν αυτή τόσο λάθος…

Το λάθος όμως δεν το έκανε η Αρχιτέκτονας.

Εάν το σκεφτεί κανείς μπαίνοντας στη θέση καθενός από του τρεις ήρωες της ιστορίας μας, όλοι τους έχουν δίκιο! Ο Δήμαρχος θέλει να δείξει ότι κανόνισε την κατασκευή ενός μεγάλου έργου στην περιοχή που την αναπτύσσει, ο Εργολάβος θέλει να υλοποιήσει το έργο για να βγάλει το ανάλογο κέρδος και η Αρχιτέκτονας θέλει να κάνει σωστά τη δουλεία της σύμφωνα με τη θέσης ως πρόεδρος του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής και τη νομοθεσία που έχει να εφαρμόσει.

Άρα τελικά πού είναι το λάθος;

Το λάθος είναι στο γεγονός ότι και οι τρεις εμπλεκόμενοι θεωρούν ότι μπορούν να ελέγξουν την κατάσταση, ή καλύτερα στο επίπεδο ελέγχου και επιρροής που έχει καθένας από αυτούς. Για να γίνουμε πιο κατανοητοί:

Η Αρχιτέκτονας πιστεύει ότι μπορεί να ελέγξει τον Εργολάβο μέσω της απόφασής της για έγκριση ή μη του έργου.

Ο Εργολάβος πιστεύει πως μπορεί να ελέγξει το Δήμαρχο καθώς δεν είναι γνωστό με ποιο τρόπο πήρε το έργο (πιθανή οικονομική συναλλαγή μεταξύ Εργολάβου-Δημάρχου).

Ο Δήμαρχος πιστεύει ότι μπορεί να ελέγξει την Αρχιτέκτονα λόγω της θέσης του και των πολιτικών παρεμβάσεων που μπορεί να κάνει.

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος ελέγχου και συμφωνία δεν υπάρχει για δύο λόγους. 

Πρώτον γιατί ένας κύκλος δεν έχει αρχή, μέση και τέλος και θα πρέπει με κάποιον τρόπο με σπάσει και να μετατραπεί σε ευθύγραμμό τμήμα όπου εκεί η ροή του ελέγχου θα καταλήξει σε αποτέλεσμα (θετικό ή αρνητικό). 

Δεύτερον γιατί το είδος του ελέγχου που ασκεί το κάθε άτομο είναι διαφορετικό. Ο έλεγχος δηλαδή που ασκεί η Αρχιτέκτονας είναι κανονιστικός, ο έλεγχος που ασκεί ο εργολάβος είναι οικονομικός και ο έλεγχος του ασκεί ο Δήμαρχος είναι πολιτικός. 

Και προφανώς στο τέλος υπερισχύει ο έλεγχος αυτού που έχει τη μεγαλύτερη δύναμη (πολιτική, οικονομική, γνωστική κλπ).

Ή μήπως όχι…

Μπορεί μια Αρχιτέκτονας από μόνη της να αποτρέψει την κατασκευή ενός τόσο
μεγάλου έργου;

Μπορεί ένα Δήμαρχος να δένει και να λύνει κατά βούληση χωρίς να ρωτάει
κανέναν;

Μπορεί ένας εργολάβος να ενεργεί προκαταβολικά (πώληση χωμάτων, έναρξη
έργου χωρίς σύμβαση κλπ) χωρίς να έχει πάρει το τελικό ΟΚ;

Ποιός ελέγχει ποιον τελικά;

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/edwhiteimages-5746252/

Διαβάστε περισσότερα

Να επενδύσω αποταμιεύοντας ή να αποταμιεύσω επενδύοντας;

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα,

Επένδυση και αποταμίευση. Δύο έννοιες φαινομενικά εκ διαμέτρου αντίθετες καθώς η επένδυση στο μυαλό των περισσότερων σχετίζεται με χρήματα που πιθανότατα θα χαθούν αν κάτι πάει στραβά, ενώ η αποταμίευση έχει να κάνει με τη συλλογή των χρημάτων που περισσεύουν ώστε να είναι διαθέσιμα για μια «ώρα ανάγκης». Έτσι λοιπόν η πλειοψηφία του κόσμου στρέφεται σε πολύ μεγάλο ποσοστό στο κομμάτι της αποταμίευσης και πολύ λιγότερο σε αυτό της επένδυσης.

Οι παραπάνω απόψεις αν και αρκετά απλοϊκές έχουν αρκετή δόση αλήθειας. Το θέμα όμως αν το αναλύσει κανείς λίγο παραπάνω θα διαπιστώσει ότι είναι πολυπαραγοντικό. Υπάρχουν δηλαδή αρκετοί επιμέρους παράγοντες οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν, άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο, το αποτέλεσμα τόσο της αποταμίευσης όσο και της επένδυσης. Κάποιοι από τους παράγοντες αυτούς είναι ο πληθωρισμός, τα επιτόκια, η αποδόσεις, η αξία του χρήματος, η γεωγραφική περιοχή, η δανειοδότηση, οι επιδοτήσεις, το ρίσκο, και γενικότερα το πως κινείται η αγορά (θετικά ή αρνητικά).

Οι περισσότεροι από τους παραπάνω παράγοντες (αν όχι όλοι) έχουν άμεση ή έμμεση εξάρτηση από το χρόνο. Ο χρόνο είναι ένα μέγεθος ντετερμινιστικά ορισμένο γιατί έτσι το όρισαν οι άνθρωποι, Έτσι λοιπόν η μέρα έχει 24 ώρες για όλους, άρα όποια αλλαγή στους παραπάνω παράγοντες επηρεάζει το σύνολο της κοινωνίας. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι δεν επηρεάζονται όλοι το ίδιο καθώς δεν βρίσκονται όλοι στην ίδια οικονομική κατάσταση.

Δυστυχώς η οικονομική παιδεία δεν διδάσκεται στα σχολεία και αυτό μπορεί να συμβαίνει είτε από επιλογή είτε από αμέλεια. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο σε κάθε περίπτωση. Τα παιδιά από μικρά μαθαίνουν (;) να αποταμιεύουν χρήματα σε έναν κουμπαρά για να μπορέσουν αγοράσουν στο μέλλον κάτι που είναι κάπως πιο ακριβό. Τι θα συνέβαινε όμως εάν τα παιδία αντί για έναν κουμπαρά είχαν 3 ή ακόμη και 6; Τι θα συνέβαινε λοιπόν εάν από μικροί μπαίναμε σε μια διαδικασία διαφορετικής διαχείρισης των χρημάτων;

Η διαχείριση λοιπόν είναι μια διαδικασία που εάν διδαχθεί από μικρή ηλικία σε κάποιον, θα μπορεί ο τελευταίος να κάνει διαφορετικές επιλογές από τις τετριμμένες στην ενήλικη ζωή του. Και τι θα γίνει εάν οι επιλογές αυτές αποδειχθούν χειρότερες από τις παραδοσιακές; Η απάντηση είναι και πάλι στη λέξη διαχείριση η οποία είναι ικανή να αποτρέψει ενδεχόμενη οικονομική καταστροφή.

Στο δια ταύτα λοιπόν.

Η αποταμίευση θα πρέπει να σχετίζεται με χρήματα που μένουν στην άκρη και δεν αγγίζονται μέχρι να προκύψει κάποια μεγάλη ανάγκη, είτε καλή είτε κακή, όπως ένα θέμα υγείας ή οι σπουδές του παιδιού μου κλπ. Εκεί λοιπόν θα πρέπει να αποδίδεται ένα μέρος των χρημάτων που περισσεύουν για τα έκτακτα.

Η επένδυση από την άλλη θα πρέπει να σχετίζεται με χρήματα τα οποία τοποθετούνται σε διάφορες θέσεις από τις οποίες επιδιώκουμε να αποκτήσουν υπεραξία και να μας επιστραφούν αυξημένα κατά ένα ποσοστό. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση όμως που φαντάζει αρκετά επικίνδυνη ώστε να χαθούν χρήματα, πάντα υπάρχουν επιλογές με μεγαλύτερο ή μικρότερο ρίσκο. Άρα και εδώ υπάρχει το κομμάτι της διαχείρισης.

Η πρώτη πρόταση διαχείρισης – διάσπασης των χρημάτων μας απευθύνεται στα παιδιά τα οποία προτείνεται να χωρίσουν τον έναν και μοναδικό κουμπαρά τους σε 3 όπως φαίνεται στο παρακάτω γράφημα.

Και επειδή όλοι ελπίζουμε ότι τα παιδία θα τα καταφέρουν καλύτερα από εμάς, εάν μάθουν όχι μόνο να ξοδεύουν αλλά τόσο να αποταμιεύουν όσο και να προσφέρουν από το περίσσευμά τους τότε θα είναι έτοιμοι να διασπάσουν περεταίρω τον παραπάνω διαχωρισμό και να μεταφερθούν από τους παιδικούς κουμπαράδες στους κουμπαράδες ενηλίκων σύμφωνα με το ακόλουθο γράφημα.

Και για να γίνουμε λίγο πιο σαφείς τα επιμέρους έξοδα που προτείνεται να αντιστοιχίζονται με κάθε κουμπαρά ενηλίκων αναλύονται παρακάτω:

Αν πάλι οι κουμπαράδες των ενηλίκων μας φαίνονται πολλοί, μπορούμε (αν και δεν προτείνεται) να τους συμπτύξουμε από 6 σε 3, ως κουμπαρά αναγκών (50%), κουμπαρά επιθυμιών (30%, διασκέδαση, εκπαίδευση, γενναιοδωρία) και κουμπαρά αποταμίευσης (20%, αποταμίευση και οικ. ελευθερία). Το τελευταίο είναι γνωστό και ως κανόνας 50/30/20.

Η μέθοδος λοιπόν διαχωρισμού-διάσπασης των χρημάτων μας είναι η μόνη εγγυημένη μέθοδος επιτυχημένης οικονομικής διαχείρισης. Τα ποσοστά προφανώς και είναι ενδεικτικά και μπορεί ο καθένας να τα διαμορφώσει ανάλογα με το δικό του οικονομικό προφίλ. Όσο πιο αναλυτικός είναι πάντως ο διαχωρισμός, τόσο ακριβέστερη διαχείριση θα γίνεται σε κάθε κουμπαρά και τόσο θα μειώνεται ο κίνδυνος να ξεφύγει η κατάσταση από κάθε έλεγχο.

Επανερχόμενοι λοιπόν στο αρχικό ερώτημα (επένδυση ή αποταμίευση;), η απάντηση γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρη. Εάν αποταμιεύουμε όλα τα χρήματα που μας περισσεύουν τότε είτε τα έχουμε στην τράπεζα (με τα μηδαμινά επιτόκια) είτε τα έχουμε στο στρώμα μας, αυτά χάνουν την αξία τους λόγω του υψηλού πληθωρισμού. Εάν από την άλλη επενδύουμε όλα μας τα χρήματα ειδικά σε θέσεις που δεν γνωρίσουμε τότε ο κίνδυνος να τα «χάσουμε όλα» είναι πολύ αυξημένος. Εξάλλου είναι εμφανές ότι ο παραπάνω πίνακας περιέχει στοιχεία τόσο αποταμίευσης όσο και επένδυσης.

Συνεπώς όπως στα περισσότερα πράγματα η βέλτιστη λύση βρίσκεται σε κάποια ενδιάμεση θέση (και όχι ακριβώς στο μέσον!). Εν μέρει δηλαδή αποταμίευση για να καλύπτουμε τις άμεσες ανάγκες μας έχοντας την απαιτούμενη ρευστότητα και εν μέρει επένδυση με κατάλληλη διασπορά για μείωση του ρίσκου και των ενδεχόμενων απωλειών.

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/nattanan23-6312362/

Διαβάστε περισσότερα

Καλοκαιρινές…διακοπές;

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα,

Στο γνωστό παραμύθι «Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας» περιγράφεται η επιπολαιότητα των τζιτζικιών να τραγουδάνε ανέμελα απολαμβάνοντας τον καλοκαιρινό καιρό και η εργατικότητα και προνοητικότητα των μυρμηγκιών που δουλεύοντας αδιάκοπα συλλέγουν τροφή για τις δύσκολες μέρες του χειμώνα. Η διαφορά παρουσιάζεται με έναν πολύ έντονο τρόπο υπέρ των μυρμηγκιών και το παραμύθι καταλήγει στο ηθικό δίδαγμα ότι πρέπει πάντα να προετοιμαζόμαστε για το μέλλον και να μην είμαστε ποτέ τεμπέληδες.

Μεταφέροντας τον παραλληλισμό του παραμυθιού στη σύγχρονη κοινωνία που ζούμε, προκύπτουν κάποια ερωτήματα σχετικά με το εργασιακές συνθήκες που βιώνουμε όλοι μας καθημερινά.

Το πρώτο και το βασικότερο ερώτημα είναι ότι αφού οι περισσότεροι εργαζόμενοι παίρνουν την άδειά τους τον Αύγουστο και συνεπώς αυτοί οι άνθρωποι δεν παράγουν κάτι κατά τη διάρκεια των διακοπών τους, πως γίνεται και σε κανέναν να μη λείπει τίποτα; Τι συμβαίνει δηλαδή ώστε η οικονομία να δουλεύει στο ρελαντί και να έχουμε νερό, ρεύμα, τρόφιμα κλπ;

Εύκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι η τουριστική βιομηχανία αποτελεί εν μέρει αντιστάθμισμα στη μείωση της παραγωγικότητας, αλλά η δραστηριότητα των εποχικών επιχειρήσεων και οι part time εργαζόμενοι δεν μπορούν να δικαιολογήσουν εξ’ ολοκλήρου τη συνέχιση της οικονομίας σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

Επιπλέον η κατανάλωση στην περίοδο των διακοπών δεν πέφτει ανάλογα με την πτώση της παραγωγικότητας λόγω αποχής από την εργασίας μας.

Μήπως αυτοί που μένουν πίσω δουλεύουν πολύ περισσότερο ώστε να καλύψουν το κενό και των υπολοίπων που έχουν πάει διακοπές (και στην περίπτωση που συμβαίνει αυτό πως αμείβονται αυτοί οι άνθρωποί);

Μπορεί.

Μπορεί όμως να συμβαίνει και κάτι άλλο πολύ πιο σύνθετο.

Αν αναλογιστεί κανείς γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι πάνε διακοπές τον Αύγουστο θα συνειδητοποιήσει ότι αυτό συμβαίνει γιατί οι περισσότερες επιχειρήσεις διακόπτουν τη λειτουργία τους τον Αύγουστο. Είναι σαν να σου λένε ότι το συγκεκριμένο μήνα δεν χρειάζεται να έχουμε την παραγωγή που είχαμε τους προηγούμενους και συνεπώς μπορείς να πάρεις την άδειά σου.

Μήπως όμως αυτό συμβαίνει γιατί όλο τον υπόλοιπο χρόνο υπάρχει υπερπαραγωγικότητα προϊόντων και υπηρεσιών;

Γι’ αυτό και στις διακοπές και στις αργίες δεν έχουμε κάποια συνταρακτική αλλαγή στην οικονομία.

Επειδή το έλλειμα παραγωγικότητας τον Αύγουστο καλύπτεται από την περίσσεια υπερπαραγωγικότητας των υπόλοιπων μηνών. Και πάνω σε αυτή τη λογική βέβαια έχει στηθεί ο ανταγωνισμός των επιχειρήσεων ο οποίος συχνά πυκνά οδηγεί σε κρίσεις υπερπαραγωγικότητας οι οποίες όπως γίνεται εύκολα κατανοητό δεν επιστρέφεται στους καταναλωτές καλύπτοντας κάποια ανάγκη τους (βασική η μη) παρά μόνο αυξάνουν την κερδοφορία των παραγωγών.

Τέλος πάνω σε αυτό το παραγωγικό μοντέλο έχει βρει ευκαιρία να αναπτυχθεί υπέρμετρα ο τουριστικός κλάδος και προσπαθώντας να καλύψει την ανάγκη για ξεκούραση και ψυχαγωγία των υπερβολικά κουρασμένων εργαζόμενων, έχει μετατραπεί σε μια οργανωμένη βιομηχανία διακοπών με τις ευλογίες του σύγχρονης παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.

Μήπως όμως τελικά η αργία είναι πιο παραγωγική απ’ ότι μας έχουν πείσει;

Μήπως οι βάσεις πάνω στις οποίες έχει στηθεί η αγορά εργασίας ωθεί τους εργαζόμενους σε ομαδικές οργανωμένες και συγκεκριμένες περιόδους ξεκούρασης ώστε να είναι εκθετικά παραγωγικοί τις υπόλοιπες χρονικές περιόδους;

Με αυτή τη συλλογιστική η άδεια δεν είναι εκχωρημένος χρόνος από την επιχείρηση προς τον εργαζόμενο αλλά προκαταβεβλημένη εργασία του εργαζόμενου προς την επιχείρηση.

Αντιστρέφοντας λοιπόν τα παραπάνω ερωτήματα θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί τι θα συνέβαινε στην περίπτωση που καταργούνταν η περιττή παραγωγή κατά τα πρότυπα της λιτής διαχείρισης έργων (lean project management);

Θα είχαμε ελλείψεις και προβλήματα λειτουργίας στην πραγματική οικονομία;

Με μια πρώτη ανάγνωση η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι αρνητική!

Μήπως λοιπόν το αντίβαρο στις παραπάνω κρίσεις υπερπαραγωγής είναι μια διαφορετική εργασιακή κουλτούρα σε μια βάση αρχών και αξιών που νοιάζονται περισσότερο για τον εργαζόμενο;

Μήπως τελικά εκτός από απαίτηση είναι και επιβεβλημένη η αύξηση των περιόδων των διακοπών; Η μείωση των ωραρίων εργασίας και η αύξηση των αργιών;

Αφού τελικά οι διακοπές είναι παραγωγικές μήπως τελικά είχε λίγο παραπάνω δίκιο ο τζίτζικας έναντι του μέρμηγκα;

Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/686414/?tab=all&order=likes&pagi=1

Διαβάστε περισσότερα

Παραπληροφόρηση και AI

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα,

Κατά πολλούς ζούμε στην καλύτερη εποχή όσο αναφορά την τεχνολογική εξέλιξη. Όλα τα τεχνολογικά επιτεύγματα έχουν περάσει σε πολύ μεγάλο βαθμό από το διαστημικό κλάδο στην καθημερινότητα του ανθρώπου βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής του.

Για να μπορέσει όμως μια τεχνολογική ανακάλυψη να δοθεί προς χρήση στο ευρύ κοινό θα πρέπει να περάσει από μια σειρά διαδικασίες και ελέγχους οι οποίοι θεωρητικά εξασφαλίζουν ότι η τελευταία δεν θα είναι επικίνδυνη ή θα ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο πρόκλησης ατυχήματος. Η συσκευή της τηλεόρασης για παράδειγμα πέρασε πάρα πολλά χρόνια στα εργαστήρια πριν βγει στην αγορά προς πώληση. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με όλα τα προϊόντα που φέρουν κάποια τεχνολογία, όπως τα αυτοκίνητα, τα τηλέφωνα, οι υπολογιστές κλπ.

Πάνω σε αυτή τη λογική τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί πολύ οι εφαρμογές που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη (AI = artificial intelligence). Μια ΑΙ δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα κομμάτι κώδικα γραμμένο σε μια γλώσσα προγραμματισμού, με το περιτύλιγμα μιας όμορφης συσκευής, το οποίο είναι σε θέση να αντιδρά έξυπνα στα ερεθίσματα που της δίνει κάποιος, δίνοντας την εντύπωση ότι πρόκειται για κάποιο νοήμων ον. Σύμφωνα λοιπόν με την παραπάνω συλλογιστική στις πρώτες μορφές ανάπτυξης μιας ΑΙ οι αντιδράσεις της περιορίζονταν στο να σου επιστρέφει αποτελέσματα από μια συγκεκριμένη βάση δεδομένων που εκ των προτέρων της είχε δώσει ο προγραμματιστής της.

Αυτός ήταν και ένας τρόπος ελέγχου και περιορισμού της τεχνολογίας αυτής καθώς, ανάλογα την ποιότητα των εισερχόμενων δεδομένων σου έδινε και τα αντίστοιχα εξερχόμενα αποτελέσματα. Στον ανταγωνισμό λοιπόν μεταξύ των τεχνολογικών εταιρειών επικρατούσε η αντίληψη ότι την πιο έξυπνη συσκευή θα την φτιάξει αυτούς που θα δώσει την πιο πολύτιμη πληροφορία, αυτός δηλαδή που θα έχει την πιο μεγάλη, και την πιο ενημερωμένη βάση δεδομένων.

Σύντομα όμως, και με την εξέλιξη του ίντερνετ από web 1 σε web 2 (και προσεχώς web 3), αποδείχθηκε ότι αυτό που περιγράφηκε παραπάνω δεν ήταν αρκετό. Η πληροφορία πλέον είναι παντού γύρω μας και σε μεγάλο βαθμό δωρεάν, συνεπώς ο ανταγωνισμός των τεχνολογικών εταιρειών προχώρησε ένα βήμα παρακάτω. Έτσι δημιουργήθηκε ΑΙ η οποία να μπορεί όχι μόνο να καταναλώνει και να επιστρέφει περιεχόμενο αλλά να το επεξεργάζεται κιόλας και να παράγει κάτι εντελώς καινούριο που δεν έχει προϋπάρξει.

Η δημιουργία περιεχομένου (που να δίνει αξία στον καταναλωτή) δεν είναι κατά βάση αρνητικό αρκεί να έχουν μπει από πριν κάποια όρια ώστε κατάσταση να μην ξεφύγει από οποιοδήποτε έλεγχο. Το να συνδυάζει μια ΑΙ δεδομένα από διάφορες συνδεδεμένες μεταξύ τους βάσεις δεδομένων και να σου αποδίδει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ένα αποτέλεσμα που σε αντίθετη περίπτωση ο άνθρωπος θα χρειαζόταν πολλαπλάσιο χρόνο για να το κάνει, μπορεί να οδηγήσει σε θαύματα ειδικά σε τομείς όπως η υγεία και η πρόληψη.

Ο προβληματισμός όμως σε όλα τα παραπάνω έγκειται σε δύο βασικά ερωτήματα. Το πρώτο είναι ότι με την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη είναι πιθανόν σε λίγο καιρό να μην μπορεί κάποιος να ξεχωρίσει το πραγματικό από το κατασκευασμένο. Μπορείς πλέον να ζητήσεις από μια ΑΙ να σου γράψει ένα άρθρο σχετικά με τις απόψεις σου σε ένα συγκεκριμένο θέμα και το αποτέλεσμα που θα σου επιστρέψει να είναι τόσο άρτιο που να μην μπορεί κανείς να καταλάβει εάν το έχεις γράψει εσύ ο ίδιος ή ο υπολογιστής σου! Η διαχείριση λοιπόν των big data από μια ΑΙ δύναται να γίνει πολύ πιο γρήγορα και με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια ώστε να σου παρουσιάσει το τέλειο αποτέλεσμα.

Το δεύτερο ερώτημα είναι τι γίνεται στην περίπτωση που μια ΑΙ, για να παράγει το ζητηθέν αποτέλεσμα, αρχίζει να καταναλώνει το περιεχόμενο που η ίδια έχει παράξει στο παρελθόν. Και αν στο παραχθέν από την ΑΙ περιεχόμενο υπάρχει κάποιο λάθος, είτε αυτό είναι πρακτικό είτε ηθικό, είναι πολύ πιθανό να μην το ανακαλύψει κανείς, καθώς ο έλεγχος του αποτελέσματος θα γίνεται από την ίδια την ΑΙ!

Όλα τα παραπάνω υπάρχει κίνδυνος να ξεφύγουν από κάθε έλεγχο και τελικά να οδηγηθούμε σε μια κατάσταση όπου ο άνθρωπος θα έχει περιοριστεί σε παθητικό ρόλο και όλα θα παράγονται και θα εξαρτώνται από την τεχνητή νοημοσύνη, η οποία θα καταναλώνει είτε χρυσάφι είτε κάρβουνο που η ίδια θα έχει κατασκευάσει. Έτσι λοιπόν η κοινωνία της πληροφορίας στην οποία ζούμε δύναται να δώσει τη θέση της στην κοινωνία της παραπληροφόρησης.

Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα που ακούγεται συχνά τελευταία, ότι μια ΑΙ μπορεί να φτιάξει λογαριασμούς στα social media συνδυάζοντας όλα τα χαρακτηριστικά που ζητάει ο κόσμος σήμερα, να αρχίζει να επηρεάζει όλο και περισσότερους ανθρώπους και αφού αποκτήσει την τυφλή εμπιστοσύνη τους να τους οδηγήσει σε συγκρούσεις μεταξύ τους και μέσα απ’ όλο αυτό να γίνει πυρηνικός πόλεμος! Και στο τέλος βέβαια να αποδειχθεί ότι όλο αυτό είναι ένα σενάριο μιας ταινίας που έχει γράψει η ίδια η ΑΙ!!

Με την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης δεν θα μπορεί να υπάρχει διαχωρισμός τι είναι πραγματικό και τι κατασκευασμένο, και έννοιες όπως η αγάπη, το ενδιαφέρον, η τέχνη, η ηθική, οι αξίες κλπ κινδυνεύουν να χαθούν στη δίνη της παραπληροφόρησης.

Εξάλλου εσύ που διαβάζεις τώρα αυτό το άρθρο είσαι πραγματικός ή όχι;

Εγώ που το έγραψα;!

Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/noah1974-7033385/

*Το άρθρο φιλοξενήθηκε και στην ιστοσελίδα www.neolaia.gr

Διαβάστε περισσότερα

Αειφορία ή Αδιαφορία;

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα,

Κλιματική αλλαγή. Πολλά ακούγονται, πολλά περισσότερα γράφονται και όπως όλα τα πράγματα στη ζωή έχει ορκισμένους εχθρούς και πιστούς φίλους.

Η λέξη αλλαγή συνήθως παραπέμπει σε κάτι διαφορετικό δίνοντάς του όμως μια θετική χροιά. Η αναφορά όμως στην αλλαγή του κλίματος προμηνύει κάτι το αρνητικό όπως αύξηση θερμοκρασιών, καύσωνες, πλημμύρες, μείωση πρασίνου κλπ. 

Πολλές φορές όταν ακούω τη λέξη αλλαγή έρχεται στο μυαλό μου ένα σκίτσο το οποίο απεικονίζει έναν ηγέτη να ρωτάει το κοινό που παρακολουθούσε την ομιλία του, “ποιός θέλει την αλλαγή” και να σηκώνουν όλοι το χέρι τους ζητωκραυγάζοντας. Όταν όμως στη συνέχεια ρώτησε “ποιός θέλει να αλλάξει”, κανένας δε σήκωσε το χέρι του.

Το παραπάνω χαρακτηριστικό παράδειγμα καταδεικνύει ένα απλό γεγονός. Ότι για να αλλάξει κάτι, κάποιος θα πρέπει να δράσει προς την κατεύθυνση αυτή. Και εδώ ερχόμαστε λοιπόν να αναδείξουμε τη διπλή σημασία της παραπάνω φράσης. Για να ζούμε σήμερα την κλιματική αλλαγή όλο και πιο έντονα, σημαίνει πως τα προηγούμενα χρόνια κάποιοι άλλαξαν τον τρόπο δράσης τους (μάντεψε ποιοί) και σιγά σιγά άρχισε να αλλάζει η κατάσταση προς το δυσμενέστερο. Επιπλέον για να σταματήσει την εξέλιξή του αυτό το γεγονός και να αρχίσει να βελτιώνεται η κατάσταση θα πρέπει και πάλι κάποιοι να αλλάξουν τον τρόπο δράσης τους.

Τα ερωτήματα βέβαια είναι πολλά και οι απαντήσεις δύσκολο να δοθούν ευθέως, ενώ οι αρμόδιοι αποφεύγουν να δώσουν τις συζητάνε σε βάθος. Πέρα δηλαδή από το βασικό ερώτημα ποιοί θέλουν να αλλάξουν, ένα δευτερεύον αλλά εξίσου κρίσιμο ερώτημα είναι προς ποιά κατεύθυνση πρέπει να συντελεστεί αυτή η αλλαγή.

Ποιός μπορεί να απαντήσει στο παραπάνω ερώτημα; Αν ρωτήσεις άτομα που κατέχουν θέσεις ευθύνης θα σου δώσουν μια απάντηση που έχει μέσα της αρκετά υποκειμενικά στοιχεία τα οποία συνήθως πηγάζουν από την προσωπικές ιδεολογικές και πολιτικές απόψεις τους καθώς και η επιρροή που πιθανώς να έχουν στην οικονομία. 

Είναι πολύ δύσκολο λοιπόν να αποκτήσει κανείς σαφή άποψη για το τι πραγματικά συμβαίνει σχετικά με το θέμα τις κλιματικής αλλαγής. Αν λάβει δε υπόψη ότι κάνοντας μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο με τους όρους κλιματική αλλαγή, climate change κλπ θα του επιστραφούν ένα ατελείωτος κατάλογος από αποτελέσματα τα οποία θα περιλαμβάνουν από προσωπικές απόψεις, δηλώσεις πολιτικών, δημοσιογραφικά ρεπορτάζ, διπλωματικές εργασίες και πανεπιστημιακές έρευνες και ένα σωρό άλλα στοιχεία τα οποία ο κοινός αναγνώστης δεν έχει τον τρόπο να επαληθεύσει εάν είναι σωστά η μή.

Όπως είδαμε και στο παράδειγμα που παρουσιάστηκε στην αρχή (αυτό με το σκίτσο), εάν κάποιος διαφοροποιήσει τον τρόπο με τον οποίο ρωτά κάτι είναι πιθανόν να λάβει μια εκ διαμέτρου αντίθετη απάντηση από την αρχική. Το γεγονός αυτό είχε σημειώσει και ο Άλμπερτ Αϊνστάιν ο οποίος είχε πει ότι ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνεται ένα πρόβλημα προκαθορίζει σε μεγάλο βαθμό και τη λύση του.

Τελευταία επιχειρείται όλο και πιο πολύ να περάσει η άποψη ότι αν συνδυάσουμε το γεγονός ότι ο πληθυσμός του πλανήτη συνεχώς αυξάνεται, μαζί και το προσδόκιμο ζωής, με το γεγονός ότι ζούμε σε μια καπιταλιστική κοινωνία, συνεπάγεται πως όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα θέλουν να καταναλώσουν (τρόφιμα, φάρμακα, σπίτια, αυτοκίνητα) άρα είναι μονόδρομος η αύξηση της παραγωγής για να καλυφθούν οι αυξανόμενες ανάγκες και ως εκ τούτου το περιβάλλον θα επιδεινώνεται όλο και περισσότερο. Συνεπώς θα πρέπει να μάθουμε όλοι να ζούμε με αυτή την αλλαγή η οποία νομοτελειακά θα οδηγήσει στην κατάρρευση.

Πριν έρθει όμως αυτή, μάλλον θα μπορούσαν να αλλάξουν μερικά πράγματα όπως η σύνδεση της κοινωνίας με τους χώρους λήψης πολιτικών αποφάσεων, η πληρέστερη ενημέρωση και εκτός χώρων εκπαίδευσης σχετικά με την κλιματική αλλαγή και όχι μόνο για την εξοικονόμηση ενέργειας, στοχευμένες μελέτες ανά περιοχή ενδιαφέροντος ώστε χρήματα που ξοδεύονται για το περιβάλλον να κατευθύνονται στις περισσότερο ευάλωτες ομάδες, δημιουργία μιας νέου τύπου οικονομίας όπου δεν θα αποτιμούνται όλα με ένα ποσό κλπ.

Εσύ τι γνώμη έχεις; 

Πηγή εικόνας: https://pixabay.com/el/users/tumisu-148124/