Οι υπηρεσίες μας

Παρέχουμε ολοκληρωμένες λύσεις που καλύπτουν τομείς engineering, εκπαίδευσης και real estate, συνδυάζοντας τεχνική γνώση, εμπειρία και καινοτόμες προσεγγίσεις, ώστε να ανταποκρινόμαστε με συνέπεια στις ανάγκες κάθε έργου και συνεργασίας.

Διαβάστε περισσότερα

Μικροί και μεγάλοι παίκτες

Ένα φαινόμενο που παρατηρείται όλο και πιο έντονα στον εργασιακό τομέα, είναι η ανάληψη projects από μεγάλες εταιρείες και η παραχώρησή τους σε μικρότερες επιχειρήσεις για να τα εκτελέσουν.
του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια συνεχώς αυξανόμενη αναπτυξιακή διαδικασία σε διάφορους τομείς της οικονομίας η οποία περιλαμβάνει κυρίως ιδιωτικές επενδύσεις. Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αυξάνονται τόσο οι απαιτήσεις όσο και το πλήθος αλλά και το μέγεθος των projects.

Οι μεγάλες εταιρείες όπως είναι λογικό επιδιώκουν να αναλάβουν μεγάλα έργα, αλλά από το σημείο αυτό και μετά παρατηρείται μια στρέβλωση στην αγορά. Η στρέβλωση αυτή έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι «μεγάλοι παίκτες» παραχωρούν την εκτέλεση των διαφόρων έργων, είτε εξ’ ολοκλήρου είτε τμηματικά, σε «μικρότερους παίκτες» και το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό;

Γιατί το κάνουν αυτό οι μεγάλοι και γιατί το δέχονται οι μικροί;

Ας εξετάσουμε κάθε περίπτωση ξεχωριστά.

Όταν μια εταιρεία θεωρείται μεγάλη δε σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι διαθέτει όλους τους απαιτούμενους πόρους για να εκτελέσει ταυτόχρονα μια σειρά από projects, αλλά διαθέτει κυρίως την οικονομική δυνατότητα να τα χρηματοδοτήσει, πετυχαίνοντας ευνοϊκές συμφωνίες με προμηθευτές, υπεργολάβους κλπ. Το γεγονός αυτό εκμεταλλεύονται οι εκάστοτε επενδυτές που αναθέτουν τα projects τους σε μεγάλες εταιρείες, θεωρώντας ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αυτές θα βρουν τον τρόπο και θα παραδώσουν το έργο on time. Προφανώς λοιπόν είναι πολύ προτιμότερο για μια μεγάλη εταιρεία να επιβλέπει το έργο των υπεργολάβων της παρά να αποκτήσει η ίδια ιδιόκτητους πόρους για να εκτελέσει το έργο.

Ένας ακόμη λόγος που οι μεγάλες εταιρείες δεν ενδιαφέρονται να εκτελέσουν οι ίδιες τα έργα που αναλαμβάνουν αλλά τα παραχωρούν σε υπεργολάβους είναι ότι η κύρια στόχευσή τους είναι να δείξουν μεγάλους τζίρους έτσι ώστε να προσελκύσουν κεφάλαια από επενδυτές και να μεγαλώσουν και άλλο ειδικά εάν είναι εισηγμένες και σε κάποιο χρηματιστήριο.

Και βέβαια ένας τρίτος λόγος ανάληψης αλλά όχι εκτέλεσης μεγάλων έργων είναι και η ικανοποίηση του ανεξέλεγκτου ανταγωνισμού που διέπει τις μεγάλες εταιρείες.

Στην αντίπερα όχθη βρίσκονται οι μικροί παίκτες οι οποίοι αν και θέλουν να ξεχωρίσουν και να αλλάξουν κάποια στιγμή κατηγορία, εντούτοις παρουσιάζουν αδυναμία ανάληψης μεγάλων έργων λόγω του μεγέθους τους. Έτσι λοιπόν βρίσκουν την ευκαιρία να εισχωρήσουν στα μεγάλα έργα έμμεσα μέσω υπεργολαβιών από τις μεγάλες εταιρείες.

Ένας επιπλέον λόγος για τους μικρούς παίκτες είναι η δικτύωση με μεγάλες εταιρείες ώστε σε περίπτωση ικανοποιητικής συνεργασίας να τους προτιμήσουν και σε επόμενα έργα.

Τέλος ένας τρίτος λόγος είναι η διαφήμιση ότι συμμετείχαν σε μεγάλα έργα, γεγονός που τους επιτρέπει να μεγαλώσουν τη φήμη τους και να κυριαρχήσουν σε μικρότερα έργα που δεν ενδιαφέρουν τους μεγάλους.

Το αποτέλεσμα

Ως φυσικό επακόλουθο της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί, είναι να αναπτυχθεί ένα περίεργο είδος συνεργασίας μεταξύ μικρών και μεγάλων το οποίο το συντηρούν αμφότεροι για δικούς τους λόγους ο καθένας.

Και ενώ η ανάπτυξη συνεργασιών είναι κάτι το επιθυμητό στην αγορά εργασίας, υπάρχουν κίνδυνοι που παραμονεύουν και ίσως οδηγήσουν στη διαμόρφωση μιας νέας εργασιακής κατάστασης.

Οι μεγάλοι παίκτες δηλαδή ακολουθώντας την τακτική της παραχώρησης των έργων σε υπεργολάβους θα πρέπει να διαθέτουν εξειδικευμένο προσωπικό ώστε τουλάχιστον να μπορούν να τους ελέγχουν ικανοποιητικά. Αλλάξει δηλαδή το είδος των πόρων που αναζητούν οι μεγάλες εταιρείες, κάτι το οποίο έχει αντίκτυπο στα προσόντα των υποψηφίων, στον τρόπο λειτουργίας των  τμημάτων HR, στον τρόπο αναζήτησης πελατών από τους προμηθευτές κλπ.

Αντίστοιχα από την άλλη πλευρά οι μικροί παίκτες θα πρέπει να είναι σε θέση να αναζητήσουν αλλά και να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις εξειδικευμένου προσωπικού ώστε να εκτελέσουν με επιτυχία τα projects που του αναθέτουν οι μεγάλοι.

Ερωτήματα προς προβληματισμό

Μήπως όμως όλα τα παραπάνω οδηγήσουν τελικά στη μετατροπή των μεγάλων εταιρειών σε ενδιάμεσους παίκτες οι οποίοι απλά θα παίζουν το ρόλο του διαμεσολαβητή μεταξύ του κυρίου του έργου και των υπεργολάβων;

Θα μπορούσαν οι μικροί μελλοντικά να τους αντικαταστήσουν ή θα είναι αιώνια εγκλωβισμένοι έναντι των μεγάλων;

Πως θα αντιδρούσαν οι μεγάλοι όταν κάποιοι μικροί προσπαθήσουν να τους συναγωνιστούν;

Πόσο θα επέτρεπαν οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες μια τέτοια αλλαγή;

Εσύ τι γνώμη έχεις; 

Πηγή εικόνας: Peggy_Marco – Pixabay

Διαβάστε περισσότερα

Το “πολιτικό” αόρατο χέρι της αγοράς

Στο σημερινό άρθρο αναρωτιόμαστε μήπως το αόρατο χέρι της αγοράς δεν είναι και τόσο αόρατο τελικά και εάν από πίσω κρύβονται πολιτικές αποφάσεις.

γράφει ο Κωνσταντίνος Παπαλίτσας

“Δεν χρειάζονται παρεμβάσεις.” “Αφήστε την αγορά ελεύθερη και θα τα ρυθμίσει όλα”. “Το αόρατο χέρι της αγοράς θα κάνει και πάλι το θαύμα του”. “Οι νόμοι της αγοράς πάντοτε υπερισχύουν”.

Αυτές και άλλες παρόμοιες εκφράσεις ακούγονται συχνά πυκνά από επιχειρηματίες και πολιτικούς οι οποίοι είναι υπέρμαχοι του νεοφιλελευθερισμού, ενός καπιταλιστικού μοντέλου όπου τα πάντα φαίνεται να ρυθμίζονται σύμφωνα με τους νόμους της αγοράς και κυρίως σύμφωνα με το δίπολο προσφορά-ζήτηση. 

Πηγαίνοντας ένα βήμα πίσω ας αναρωτηθούμε όμως, ποιός καθορίζει την προσφορά και ποιος τη ζήτηση; Η πιο αυθόρμητη απάντηση είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι  έχουν ανάγκη από σπίτια, αυτοκίνητα, ρούχα, τρόφιμα, φάρμακα κ.λ.π. ενώ την ίδια στιγμή κάποιοι από αυτούς τους ανθρώπους τα κατασκευάζουν και τα βγάζουν προς πώληση στην αγορά, η οποία βρίσκει τη χρυσή τομή μεταξύ τους.

Ακούγεται εξαιρετικά απλό αλλά δεν είναι. Και αυτό γιατί οι παραγωγοί και ακολούθως οι έμποροι στο βωμό του συγκεντρωτισμού της εξουσίας και της μεγιστοποίησης του κέρδους χρησιμοποιούν πολιτικές διαδικασίες και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ώστε να προωθήσουν κατασκευασμένες ανάγκες στο ευρύ κοινό. 

Οι ανάγκες αυτές δίνουν τη δυνατότητα μαζικής παραγωγής στα πιο επικερδή προϊόντα τα οποία κατακλύζουν ταχύτατα τις αγορές και όποιος τα αποκτήσει θεωρείται “in”, δηλαδή εντός του πλαισίου που κάποιοι είχαν ορίσει εξαρχής.

Άλλο ένα παράδειγμα πολιτικών αποφάσεων που επηρεάζουν τη λειτουργία της «ελεύθερης» αγοράς είναι η αυξημένη θερμοκρασία που παρατηρείται σε περιοχές όπου διαμένουν φτωχές οικογένειες.  Η θερμοκρασία στις περιοχές αυτές είναι σημαντικά μεγαλύτερη καθώς εκτός από την αδυναμία των οικογενειών να έχουν τις απαιτούμενες εγκαταστάσεις θέρμανσης και ψύξης, στο γεγονός συμβάλουν τόσο οι παλιές και αμόνωτες κατασκευές όσο και η μειωμένη αστική ανάπτυξη των περιοχών αυτών με έλλειψη χώρων πρασίνου κλπ. Οι περιοχές αυτές δεν είναι υποβαθμισμένες επειδή εκεί ζουν φτωχοί αλλά κάποιοι τις άφησαν στη μοίρα τους επειδή επέλεξαν εκεί να πάνε να ζήσουν οι φτωχοί μέσω διαφόρων διαδικασιών όπως για παράδειγμα η μείωση της αξίας των ακινήτων. Κάτι αντίστοιχο έγινε και με τη φωτιά στον περιβόητο πύργο Γκρένφελ στο Λονδίνο όπου έμεναν άνθρωποι από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και γι΄ αυτό το κτίριο είχε επενδυθεί με εύφλεκτο υλικό εις βάρος της ασφάλειας των ενοίκων ώστε να μη χαλάει τη θέα στους πλούσιους των γύρω περιοχών. Οι άνθρωποι αυτοί δεν κάηκαν επειδή ήταν άτυχοι, κάηκαν επειδή ήταν φτωχοί.

Όταν βέβαια κάποια οικονομική ελίτ θελήσει να μετεγκατασταθεί σε μια άλλη περιοχή, θα πρέπει πρώτα οι φτωχοί που ζουν εκεί να απομακρυνθούν, ώστε να αναβαθμιστεί η περιοχή και αυτό μπορεί να γίνει και πάλι τεχνητά ανεβάζοντας τις τιμές των ακινήτων. Βλέπουμε λοιπόν ότι το αόρατο χέρι της αγοράς μέσω των μεγαλύτερων επιχειρήσεων real estate ρυθμίζει κατά το δοκούν την προσφορά και τη ζήτηση ώστε να έρθουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. 

Επιπλέον οι περισσότερες από αυτές τις μεγάλες εταιρείες προβάλουν την προστασία του περιβάλλοντος ως μείζον θέμα στην εταιρική κοινωνική τους ευθύνη μέσω δράσεων και χορηγιών εναντίον της κλιματικής αλλαγής. Είναι οι ίδιες εταιρείες που μέσω των δραστηριοτήτων τους επιβαρύνουν το περιβάλλον και επιταχύνουν την κλιματική αλλαγή και οι παραπάνω δράσεις θεωρούν ότι λειτουργούν ως αντιστάθμισμα.

Δεν μπορούν όμως όλα τα πράγματα να μετριούνται με οικονομικούς όρους, ότι δηλαδή τόσα κέρδισα, τόσα έχασα το ισοζύγιο είναι θετικό, αρνητικό ή neutral. Η οικολογική αντιστάθμιση είναι πολιτική επιλογή και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως άφεση αμαρτιών.

Όλα τα παραπάνω πρέπει να προβληματίσουν την κοινωνία ολόκληρη αλλά πρωτίστως τις επιστήμες που σχετίζονται με την ανάλυση των νόμων της αγοράς. Οι επιστήμες αυτές

βασίζονται στη συλλογή και επεξεργασία δεδομένων και τέλος στην εξαγωγή συμπερασμάτων. Το περιβάλλον όμως, οι άνθρωποι και η ίδια η κοινωνία ως πολυπαραγοντικές έννοιες δεν μπορούν να μπουν εύκολα στο ζύγι, συνεπώς η όλη προσπάθεια ανάλυσής τους τείνει να εξαρτάται από το είδος των δεδομένων και τον τρόπο συλλογής τους, τη μέθοδο και τους σκοπούς της ανάλυσης καθώς και τους επιδιωκόμενους στόχους της εκάστοτε έρευνας.  

Οι επιστήμες που ασχολούνται με την κοινωνία, τον άνθρωπο, την οικονομία, το περιβάλλον είναι πολύ δύσκολο να είναι αμερόληπτες, καθώς τα αποτελέσματά τους μπορεί να οδηγήσουν σε αποφάσεις που θα έχουν ως συνέπεια την αναδιανομή του πλούτου. 

Μπορεί το αόρατο χέρι της αγοράς να λειτουργεί σύμφωνα με το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης αλλά όταν κάποιος κερδίζει, κάποιος άλλος χάνει. Το ποιος θα χάσει όμως στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι πολιτική απόφαση.

Τελικά πόσο πολιτικά αμερόληπτο είναι το αόρατο χέρι της αγοράς καθώς και οι επιστήμες που την αναλύουν;

Εσύ τι γνώμη έχεις; 

Πηγή εικόνας: Buffik – Pixabay

* Το άρθρο φιλοξενήθηκε στην ιστοστελίδα lep.gr

Διαβάστε περισσότερα

Επιχειρηματικές τακτικές υποβαθμίζουν την παιδεία

Με αφορμή την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς ξεκίνησαν και έντονες διαμαρτυρίες τόσο από την πλευρά των γονέων όσο και από την πλευρά των εκπαιδευτικών σχετικά με τις αλλαγές στις δομές των σχολείων και πιο συγκεκριμένα στις συγχωνεύσεις τμημάτων.

γράφει ο Κωνσταντίνος Παπαλίτσας

Το βασικό επιχείρημα που ακούγεται από την πλευρά των υπευθύνων είναι πως οι συγχωνεύσεις αυτές είναι απόρροια του δημογραφικού προβλήματος καθώς δεν υπάρχουν τόσα πολλά παιδιά όσα άλλες χρονιές.

Μήπως όμως δεν είναι μόνο αυτή η αιτία;

Ο κόσμος των επιχειρήσεων ίσως έχει μια εναλλακτική απάντηση να δώσει. Ας αναλογιστούμε πότε μια επιχείρηση προβαίνει σε συγχωνεύσεις τμημάτων. Όταν είναι μη αποδοτικά ή όταν επιδιώκει να μειώσει το λειτουργικό της κόστος. 

Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, το να θεωρείται ότι η συγχώνευση σχολικών τμημάτων είναι πιο αποδοτική σε σχέση με τα μικρά ολιγομελή τμήματα έρχεται σε αντίθεση με την έννοια της εποικοδομητικής μετάδοσης της γνώσης από τους εκπαιδευτικούς και την ενεργητική συμμετοχή των μαθητών. 

Συνεπώς ο στόχος είναι οφθαλμοφανής και είναι η μείωση του κόστους. Λιγότεροι εκπαιδευτικοί, λιγότεροι μισθοί, λιγότερες ασφαλιστικές εισφορές, λιγότερες εγκαταστάσεις προς συντήρηση, λιγότερα έξοδα! Ταυτόχρονα όμως είναι και επικοινωνιακός καθώς μέσω της συγχώνευσης δίνεται η εντύπωση ότι επειδή τα εκπαιδευτικά κενά καθίστανται λιγότερα, καλύπτονται με μεγαλύτερο βαθμό. 

Η λειτουργία των σχολικών μονάδων όμως δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με επιχειρηματικούς όρους καθώς τα σχολεία δεν είναι επιχειρήσεις.

Δυστυχώς, πέρα από την αύξηση του αριθμού των μαθητών στις σχολικές αίθουσες υπάρχουν και άλλες διεργασίες που οδηγούν στη μετατροπή τους σε επιχειρήσεις. Η δομή των αναλυτικών προγραμμάτων σπουδών και ο τρόπος εφαρμογής τους από τους εκπαιδευτικούς εντός της τάξης περιορίζεται από συγκεκριμένες ντιρεκτίβες οι οποίες στις περισσότερες των περιπτώσεων δεν αποτελούν εμπεριστατωμένες εκπαιδευτικές μεθόδους αλλά πολιτικές αποφάσεις. 

Έννοιες όπως η ελευθερία, η δημιουργικότητα, η εξερεύνηση, η ενεργητική δραστηριότητα καταστρατηγούνται από την παροχή έτοιμων πληροφοριών στο βωμό του απλά να “βγει η ύλη”. Ο ανταγωνισμός που αναπτύσσεται μεταξύ των μαθητών για την καλύτερη επίδοση και μεταξύ των εκπαιδευτικών για το ποιανού οι μαθητές θα αριστεύσουν θυμίζει τρόπους λειτουργίας επιχειρήσεων. Έτσι ο σκοπός της εκπαίδευσης που είναι η δημιουργία μορφωμένων ανθρώπων χάνεται καθώς η αγάπη για μάθηση τείνει να εξαφανιστεί. 

Σε μια επιχείρηση εάν δεν αποδίδει ένα τμήμα, ή συγχωνεύεται ή καταργείται. Ακριβώς η ίδια λογική φαίνεται να επιχειρείται και στις σχολικές μονάδες. Μόνο που σε μια επιχείρηση υπάρχουν και επιπτώσεις λόγω μη αποδοτικότητας όπως μεταθέσεις εργαζομένων ή ακόμα και απομάκρυνσή τους. Εάν τέτοιου είδους επιχειρηματικές τακτικές αρχίζουν να εφαρμόζονται στην εκπαίδευση υποβόσκει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν μαθητές δύο ή περισσότερων ταχυτήτων γεγονός που καταργεί στην πράξη το δικαίωμα στη γνώση καθώς και κάθε έννοια ισότητας.

Το δημογραφικό όντως είναι ένα μεγάλο θέμα στη σημερινή κοινωνία αλλά η επιρροή του στην εκπαίδευση μπορεί να διαχειριστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργηθούν περισσότερα μικρά και ευέλικτα τμήματα και η απόδοση μαθητών και εκπαιδευτικών να εκτοξευθεί. Η λήψη των εκπαιδευτικών αποφάσεων με βασικό κριτήριο τη μείωση του κόστους μετατρέπει την παιδεία από δημόσιο αγαθό σε επιχείρηση και μέσω των εκπαιδευτικών διαδικασιών οδηγεί υποσυνείδητα τους εκπαιδευόμενους να δεχτούν αυτή τη μετατροπή ως κάτι το ορθολογικό.  

Το σημερινό σχολείο παρέχει στους μαθητές γνώσεις με ανταλλακτική αξία μαθαίνοντάς τους ουσιαστικά πως να δουλεύουν αποδοτικά για άλλους όταν μεγαλώσουν ενώ στον ελεύθερο τους χρόνο τους υποδεικνύει πως να καταναλώνουν πιο αποδοτικά.

Τι είναι όμως αποδοτικό και τι όχι στο δημόσιο σχολείο τελικά;

Ποιός ο ρόλος του εκπαιδευτικού, του μαθητή και του σχολείου γενικότερα στην εκπαιδευτική διαδικασία;

Μήπως το καπιταλιστικό μοντέλο εκτός από την αγορά εργασίας έχει παρεισφρήσει υπερβολικά και στον τομέα της παιδείας, υποβαθμιζοντας την; 

Ερωτήματα τα οποία πρέπει να τεθούν ευρύτερα στην κοινωνία ώστε να προκύψουν απαντήσεις από τους άμεσα εμπλεκόμενους και όχι μόνο πίσω από κλειστές πόρτες πολιτικών γραφείων.

Η παιδεία πρέπει να ξαναβρεί τη θέση της μεταξύ των δημόσιων αγαθών. Ας μην έχει την κατάληξη που είχε ένα άλλο δημόσιο αγαθό, το νερό, το οποίο ως απόρροια του καπιταλισμού το έχουμε βάλει σε πλαστικά μπουκαλάκια και το εμπορευόμαστε.

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: onlydeadareneutrals – Pixabay

* Το άρθρο φιλοξενήθηκε στην ιστοστελίδα lep.gr

Διαβάστε περισσότερα

Ακούει κανέις;

Μετά την επιστροφή από τις καλοκαιρινές διακοπές αναρωτιόμαστε πως θα αισθανόταν κάποιος εάν βρισκόταν μέσα σε ένα γήπεδο γεμάτο κόσμο, φώναζε με όλη του τη δύναμη αλλά κανένας δεν μπορούσε να τον ακούσει…

γράφει ο Κωνσταντίνος Παπαλίτσας

Είναι γεγονός ότι με την ανάπτυξη του διαδικτύου και την ευρεία διάδοση των social media έχει εκδημοκρατιστεί το δικαίωμα τόσο στη γνώση όσο και στην πληροφορία οι οποίες έχουν γίνει πιο προσιτές από ποτέ.

Η μετάβαση από το web 1.0 όπου οι χρήστες μπορούσαν να διαβάσουν και να προβάλουν πληροφορίες στο web 2.0 όπου έγινε δυνατή η αλληλεπίδραση με τους εκάστοτε ιστοτόπους οδήγησε στην ανάπτυξη και την ευρεία χρήση των κοινωνικών δικτύων.

Από τα παραπάνω εξάγεται το συμπέρασμα ότι όσο αυξάνει ο αριθμός των χρηστών στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης τόσο περισσότερες διασυνδέσεις δημιουργούνται και κατά συνέπεια τόσο πιο πολλές προβολές έχει το περιεχόμενο που δημιουργεί και μοιράζεται ο καθένας μας.

Η μήπως όχι;

Πίσω από τις πλατφόρμες των κοινωνικών δικτύων βρίσκονται ιδιωτικές διαχειριστικές εταιρείες οι οποίες για να επιβιώσουν βασίζουν τα έσοδά τους σε διαφημίσεις που προβάλλονται στις εν λόγω πλατφόρμες. Προφανώς όσο μεγαλύτερη απόδοση έχουν οι διαφημίσεις αυτές τόσο αυξάνονται τα αντίστοιχα έσοδα για την πλατφόρμα και εκεί ακριβώς είναι που ξεκινάει η καταγραφή των προτιμήσεων και το φιλτράρισμα.

Η παρακολούθηση των επιθυμιών, των επιλογών και των αντιδράσεων των χρηστών ώστε να τους προβληθεί το καταλληλότερο διαφημιστικό προϊόν και να αυξηθούν οι πιθανότητες αγοραπωλησίας βρίσκεται σε συνεχή εξέλιξη και με τη βοήθεια πλέον της τεχνητής νοημοσύνης επιχειρείται μεγιστοποίηση του αποτελέσματος. 

Ως αποτέλεσμα της παραπάνω διαδικασίας είναι ότι προβάλλονται στο χρήστη συγκεκριμένες δημοσιεύσεις ώστε να τον κατευθύνουν να εκτελέσει συγκεκριμένες ενέργειες που έχει προαποφασίσει ο “αλγόριθμος”.

Το γεγονός αυτό εάν ήταν μεμονομώνο θα μπορούσαν οι χρήστες να μετριάσουν τον αντίκτυπό του απλά σταματώντας να χρησιμοποιούν την εκάστοτε πλατφόρμα.

Η δημιουργία όμως της εντύπωσης ότι όλες οι εκφάνσεις της σύγχρονης ζωής περνάνε μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα σε συνδυασμό και με την υπερπροβολή επιλεγμένων, διάσημων κυρίως, προσώπων που επηρεάζουν πάρα πολύ κόσμο (influencers) όχι μόνο αποτρέπει την αποχώρηση των χρηστών αλλά προσελκύει όλο και περισσότερους.

Από τη μία λοιπόν όλες αυτές τις πληρωμένες διαφημίσεις είτε είμαστε αναγκασμένοι να πέφτουμε πάνω τους είτε θα πρέπει να πληρώσουμε κάποια συνδρομή για να μην μας προβάλλονται!

Από την άλλη η επιπλέον πρόκληση των δικτύων αυτών είναι να δώσουν τη δυνατότητα σε οποιονδήποτε θέλει και μπορεί να δημιουργεί περιεχόμενο και να το μοιράζεται ελεύθερα με τους φίλους και του followers του.

Πλήρης εκδημοκρατισμός θα σκεφτεί κάποιος καθώς πλέον στο διαδίκτυο μπορείς να βρεις ελεύθερα ότι θέλεις καθώς υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να το μοιραστούν.

Πως όμως μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι όταν μοιραζόμαστε κάτι στο διαδίκτυο και ειδικά στα κοινωνικά δίκτυα, η πληροφορία φτάνει σε όλα τα άτομα με τα οποία αλληλεπιδρούμε εντός της πλατφόρμας;

Από τη στιγμή που η διαχείριση της κάθε πλατφόρμας δεν είναι ανοιχτή και διαθέσιμη στους χρήστες της αλλά από πίσω λειτουργούν ιδιωτικοί φορείς τότε είναι αναμενόμενο να υπάρχουν φαινόμενα λογοκρισίας σύμφωνα με τις επιρροές που δέχεται η εκάστοτε ηγεσία της ιδιοκτήτριας εταιρείας.

Κατευθύνσεις κυρίως πολιτικές αλλά και κοινωνικές, οικονομικές, θρησκευτικές μπορούν να δημιουργήσουν φιλτράρισμα και έλεγχο που διαμοιραζόμενου περιεχομένου και εν τέλει η οποιαδήποτε καλή ιδέα να μη φτάσει ποτέ στους ενδιαφερόμενους καθώς θεωρήθηκε “επικίνδυνη” από την πλατφόρμα.

Το φαινόμενο αυτό που ονομάζεται shadow banning, σύμφωνα με το οποίο το περιεχόμενο ενός χρήστη ή μέρος αυτού αποκλείεται από την πλατφόρμα χωρίς να γίνεται αντιληπτό από τον ίδιο.  Για παράδειγμα μπορεί κάποιος να κάνει μια ανάρτηση σε ένα κοινωνικό δίκτυο ή να σχολιάσει μια ανάρτηση κάποιου άλλου. Τόσο η δική του ανάρτηση όσο και το σχόλιό του εμφανίζονται στον ίδιο αλλά σε κανένα άλλο χρήση της πλατφόρμας. 

Όπως αναφέραμε και στην εισαγωγή του άρθρου είναι σαν να βρίσκεται κάποιος μέσα σε ένα γήπεδο γεμάτο κόσμο, να φωνάζει όσο πιο δυνατά μπορεί αλλά κανένας να μη μπορεί να τον ακούσει.

Το φαινόμενο αυτό ξεκίνησε για να προστατέψει τους υγιείς χρήστες από κακόβουλους ή fake λογαριασμούς που επιχειρούν να χειραγωγήσουν στην κοινή γνώμη αλλά εξαιτίας διαφόρων παραγόντων (κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών κλπ) κατέληξε να επεκταθεί σε πολύ περισσότερους χρήστες χειραγωγώντας ουσιαστικά η ίδια πλατφόρμα την κοινή γνώμη.

Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω διαπιστώνουμε ότι οι διαδικτυακές πλατφόρμες ακυρώνουν στην πράξη τον εκδημοκρατισμό που οι ίδες ευαγγελίζονται ότι προσφέρουν.

Εσύ νομίζεις ότι “ακούγεσαι” όταν αλληλεπιδράς με οποιονδήποτε τρόπο στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης; Θα ήσουν διατεθειμένος να πληρώσεις κάποια συνδρομή ώστε να απαλλαγείς από τις ανεπιθύμητες διαφημίσεις και να σου προβάλλονται οι αναρτήσεις των ατόμων που ούτως ή άλλως σε ακολουθούν;!

Πηγή εικόνας: geralt – Pixabay

*Το άρθρο φιλοξενήθηκε στην ιστοσελίδα neolaia.gr

Διαβάστε περισσότερα

H προσφορά εταιρειών στην κοινωνία επηρεάζει την αγορά εργασίας

Όπου στο σημερινό άρθρο αναρωτιόμαστε εάν η επιλογή μιας επαγγελματικής συνεργασίας σχετίζεται και με την προσφορά των εμπλεκομένων στην κοινωνία.

γράφει ο Κωνσταντίνος Παπαλίτσας

Το τηλέφωνό του είχε μέρες να χτυπήσει. Ο ήρωάς μας βρισκόταν εδώ και δύο μήνες σε αναζήτηση εργασίας. Όλος ο περίγυρός του (γνωστοί, φίλοι, οικογένεια), του έλεγε ότι στη χώρα μας πλέον υπάρχει μηδενική ανεργία, καθώς όποιος θέλει να δουλέψει θα βρει μια θέση. Όλες οι εταιρείες εκμεταλλευόμενες και τα κοινοτικά κονδύλια βρίσκονται σε φάση αύξησης του κύκλου εργασιών τους και σχεδόν όλες έχουν ανάγκη από προσωπικό.

Είχε κάνει αρκετά ραντεβού τον τελευταίο καιρό αλλά δεν είχε βρει αυτό που έψαχνε. Υπήρχαν εταιρείες που του πρόσφεραν μια θέση εργασίας καθώς όπως του έλεγαν τους «έκανε». Όμως εκείνος τις αρνιόταν καθώς ένιωθε ότι δεν του «έκαναν» αυτές.

Ένα σημαντικό στοιχείο λοιπόν ώστε να προκύψει μια άρτια επαγγελματική συνεργασία είναι τα δύο μέρη, εργοδότης και εργαζόμενος, πέρα από τα τεχνικά τους χαρακτηριστικά να ταιριάζουν και οι ιδιοσυγκρασίες του. Εάν τα δύο μέρη δεν κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος τότε αργά ή γρήγορα η συνεργασία θα τερματιστεί καθώς θα υπάρξει διαφωνία όχι τόσο ως προς τον τρόπο εκτέλεσης ενός project όσο ως προς τον τρόπο διαχείρισής του. Με τον όρο διαχείριση εννοούμε όλους τους εμπλεκόμενους, δηλαδή πελάτες, προσωπικό, προμηθευτές, υπεργολάβους κλπ. Δυστυχώς τα μεγαλύτερα προβλήματα προκύπτουν σε μεγάλα project και εκεί είναι που βγαίνουν στην επιφάνεια κρυμμένες ασυμφωνίες.

Ο ήρωάς μας λοιπόν σκεπτόμενος όλα αυτά είχε απογοητευτεί. Πίστευε πως δεν θα έβρισκε ποτέ κάποια εταιρεία που να ταιριάζουν οι εργασιακές τους κουλτούρες. Βασικά οι περισσότερες εταιρείες με τις οποίες μιλούσε δεν λειτουργούσαν καν στα πλαίσια κάποιας εταιρικής κουλτούρας και όσες διαφήμιζαν στο site τους για εργασιακές αρχές και αξίες όταν ερχόταν σε επαφή μαζί τους καταλάβαινε ότι τίποτα απ’ όσα έλεγαν δεν ίσχυε.

Χαμένος λοιπόν στις σκέψεις αυτές άκουσε το τηλέφωνό του να χτυπάει. Το σήκωσε και στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο ιδιοκτήτης μιας επιχείρησης στην οποία είχε στείλει το βιογραφικό του. Το γεγονός αυτό τον παραξένεψε λιγάκι καθώς όλες οι προηγούμενες επαφές που είχε κάνει ήταν με κάποια γραμματέα ή ένα manager κάποιας επιχείρησης και όχι απ’ ευθείας με τον ιδιοκτήτη της.

Ο ιδιοκτήτης λοιπόν του είπε ότι θα ήθελε να τον γνωρίσει από κοντά και ο ήρωάς μας ένοιωθε ότι η περίπτωση αυτή είχε κάτι το διαφορετικό.

Το ραντεβού κλείστηκε. Η συνάντηση δεν έγινε στην αίθουσα συσκέψεων της εταιρείας (όπως συνέβαινε με όλα τα προηγούμενα ραντεβού που είχε κάνει σε άλλες εταιρείες) αλλά στο γραφείο του ιδιοκτήτη. Η οικειότητα ήταν εμφανής από την πρώτη στιγμή και αφού είπαν τα βασικά περί της προσφερόμενης θέσης εργασίας ο ιδιοκτήτης ρώτησε τον ήρωά μας:

  • Με βάση τα προσόντα σου εμάς ως εταιρεία «μας κάνεις» και θέλουμε να συνεργαστούμε μαζί σου. Θα ήθελες να με ρωτήσεις κάτι και εσύ ώστε να διαπιστώσεις εάν «σου κάνουμε» και εμείς;

Αυτή την ερώτηση δεν του την είχαν ξανακάνει. Άλλες εταιρείες μέχρι και τεστ τον είχαν βάλει να γράψει ώστε να είναι σίγουρες ότι «κάνει» για τη δουλειά αλλά να τον αφήσουν να ρωτήσει ότι θέλει ούτε συζήτηση. Τώρα όμως που του δινόταν αυτή η ευκαιρία δεν την έχασε και ρώτησε κάτι που τον απασχολούσε πολύ καιρό και δεν είχε βρει απάντηση.

  • Ποια είναι η προσφορά της εταιρείας σας στην κοινωνία;

Τη θεωρούσε πολύ σημαντική ερώτηση καθώς μέσω αυτής μπορούσε να καταλάβει εάν ο σκοπός μιας εταιρείας είναι μόνο η αύξηση της κερδοφορίας ή και η προσφορά στην τοπική κοινωνία της περιοχής όπου δραστηριοποιείται.

Η ερώτηση λοιπόν ξάφνιασε λίγο τον ιδιοκτήτη και ταυτόχρονα τον προκάλεσε καθώς κανένας εργαζόμενος μέχρι τώρα δεν τον είχε ξαναρωτήσει κάτι παρόμοιο.

  • Γιατί μου το ρωτάς αυτό; Αποκρίθηκε.
  • Γιατί στην σύγχρονη εποχή έχει αλλάξει η έννοια της επιχειρηματικότητας. Η παγκοσμιοποιημένη αγορά έχει δώσει κίνητρα στις επιχειρήσεις να απευθυνθούν σε διευρυμένο κοινό σε διάφορα μέρη του κόσμου. Η ανάπτυξη των ασύρματων δικτύων και του ίντερνετ επιτάχυνε αυτή τη στροφή και πλέον πολλές εταιρείες έχουν ως κύριο στόχο την επέκταση και την είσοδο σε νέες αγορές με αποτέλεσμα οι δραστηριότητές τους να μην επικεντρώνονται σε μια μόνο περιοχή. Ως αποτέλεσμα η όποια επιθυμία υπήρχε για προσφορά στην τοπική κοινωνία έχει εξανεμιστεί.
  • Και είναι τόσο σημαντική η προσφορά στην κοινωνία; ρώτησε ο ιδιοκτήτης.
  • Φυσικά. Η διάθεση για προσφορά μιας εταιρείας στην τοπική κοινωνία της περιοχής στην οποία δραστηριοποιείται καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τους πελάτες της και κατ’ επέκταση γενικότερα τους συνανθρώπους της. Η προσφορά στην κοινωνία είναι δείγμα ενδιαφέροντος για την ευρύτερη ανάπτυξη μιας περιοχής καθώς και απόδειξη της κουλτούρας που διέπει τα μέλη της εταιρείας. Και φυσικά είναι πολύ σημαντικό κριτήριο για να συνεργαστεί κάποιος με τη συγκεκριμένη εταιρεία.

Ο ιδιοκτήτης πάντα προσπαθούσε να νοιάζεται για τους εργαζομένους του και να τους βοηθάει με οποιονδήποτε τρόπο μπορούσε. Μέσα από τη συζήτηση που είχε όμως με τον ήρωά μας κατάλαβε ότι στα πλαίσια της προσπάθειας για συνεχή ανάπτυξη, εδώ και πολύ καιρό δεν πρόσφερε ουσιαστικά κάτι στην τοπική κοινωνία. Έτσι λοιπόν του είπε.

  • Έχω μιλήσει με πολλούς υποψήφιους για αυτή τη θέση και πάντα επιδιώκω την προσωπική επαφή με όλους καθώς ακόμη και αν δεν προχωρήσει μια συνεργασία, και μόνο η γνωριμία με έναν ακόμη άνθρωπο αξίζει. Με κανένα από τους προηγούμενους υποψήφιους δεν είχα παρόμοιες συζητήσεις. Θα σου δώσω τη θέση όχι μόνο για τα τυπικά σου προσόντα αλλά και για τις ιδέες σου που πιστεύω ότι θα βοηθήσουν στη δημιουργία μιας νέας κουλτούρας εργασίας.

Η συμφωνία έκλεισε λοιπόν έχοντας ως βασικό κριτήριο την προσφορά στην κοινωνία.

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: geralt – Pixabay

Διαβάστε περισσότερα

Η ευγένεια στο customer experience

Μπορεί μια ευγενική συμπεριφορά να αλλάξει το βίωμα του πελάτη;

γράφει ο Κωνσταντίνος Παπαλίτσας

Είχε ξυπνήσει πολύ πρωί. Ή μάλλον δεν είχε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου. Στο μυαλό της στριφογύριζε συνεχώς η ίδια εικόνα: Ένα πελάτης να ωρύεται μέσα στο γραφείο και να της ζητάει το λόγο για κάποιο λάθος που είχε γίνει στο project που έτρεχαν εδώ και καιρό.

Βαθιά μέσα της ήξερε ότι για το λάθος δεν ευθυνόταν η ίδια και είχε κάνει ότι περνούσε από το χέρι της για να το αποτρέψει. Καμία της προσπάθεια όμως δεν αναγνωρίστηκε από τον εκνευρισμένο πελάτη τον οποίο δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί. Στην αρχή προσπάθησε να του εξηγήσει αλλά στη συνέχεια έμεινε σιωπηλή και άκουγε τις φραστικές επιθέσεις του νιώθοντας ανήμπορη να αντιδράσει.

Άραγε υπήρχε τρόπος να το αντιμετωπίσει όλο αυτό; Δεν είχε απάντηση. Πολύ θα ήθελε όμως να μάθει πως θα έπρεπε να αντιμετωπίζει τέτοιες καταστάσεις και τέτοιους πελάτες.

Βλέπετε στο μυαλό της πάντα υπήρχε η φράση: unique customer experience. Είχε ως στόχο σε κάθε της δουλειά να κάνει τον πελάτη της να βιώσει μια μοναδική εμπειρία συνεργασίας. Και όντως το είχε καταφέρει αρκετά σε καλά σε πολλές περιπτώσεις αλλά όλες τους ήταν περιπτώσεις που τα project προχωρούσαν και ολοκληρώνονταν χωρίς σοβαρά προβλήματα και αστοχίες.

Σηκώθηκε λοιπόν από το κρεβάτι της και αφού πλύθηκε, έβαλε ένα από τα καλά της σύνολα, βάφτηκε διακριτικά και πήγε να φορέσει ένα χρυσό ρολόι που της είχε κάνει δώρο η νονά της πριν χρόνια αλλά τελικά το άφησε κάτω. Το θεώρησε πολύ έντονο και υπερβολικό και με την τόσο πεσμένη ψυχολογία που είχε ένιωθε ότι δεν μπορούσε να το υποστηρίξει. Το έβαλε όμως στην τσάντα της και το πήρε μαζί της.

Ξεκίνησε λοιπόν για το γραφείο της. Στο δρόμο καθώς οδηγούσε άκουσε τυχαία μια ενημερωτική εκπομπή η οποία είχε ως καλεσμένη μια αεροσυνοδό που εξιστορούσε ένα άσχημο περιστατικό που συνέβη σε μια από τις τελευταίες της πτήσεις.

Η ιστορία πήγαινε κάπως έτσι: «Ήταν μια τυπική πτήση ρουτίνας μεταξύ των δύο μεγαλύτερων πόλεων της χώρας. Για κάποιο άγνωστο λόγο η πτήση στην οποία είχε οριστεί ως αεροσυνοδός, είχε καθυστέρηση με αποτέλεσμα οι περισσότεροι επιβάτες να είναι εκνευρισμένοι. Οι αεροσυνοδοί άρχισαν να ελέγχουν εάν όλοι φορούσαν τις ζώνες τους καθώς το αεροπλάνο ετοιμαζόταν για απογείωση. Τότε περνώντας μπροστά από έναν αγριεμένο επιβάτη, εκείνος ξεκινάει μια λεκτική επίθεση εναντίον της χρησιμοποιώντας προσβλητικές και χυδαίες εκφράσεις. Η αεροσυνοδός πάγωσε αλλά προτού προλάβει να αντιδράσει είχε σπεύσει δίπλα της η υπεύθυνη πληρώματος και με ένα χαμόγελο ρώτησε τον έξαλλο επιβάτη πως μπορεί να τον βοηθήσει. Εκείνος συνέχισε την επίθεση αυτή τη φορά στη υπεύθυνη πληρώματος καθώς όπως ισχυριζόταν εξαιτίας της καθυστέρησης έχασε ένα πολύ σημαντικό ραντεβού που είχε. Η αεροσυνοδός άφησε την υπεύθυνη να χειριστεί την κατάσταση καθώς απ’ ότι φάνηκε εκ των υστέρων είχε αντιμετωπίσει αρκετές τέτοιες παρόμοιες περιπτώσεις στο παρελθόν. Χωρίς λοιπόν να συγχιστεί και χωρίς να σηκώσει καθόλου τον τόνο της φωνής της είπε στον επιβάτη ότι τον καταλαβαίνει και πως και αυτή θα ήθελε να πάει σπίτι στην ώρα της να δει τον άντρα της και τα παιδιά της. Ό,τι συμβαίνει, συμβαίνει για κάποιο λόγο αλλά όλοι οι επιβάτες θα πρέπει να είναι σίγουροι πως πρωταρχικό μέλημα σε κάθε πτήση είναι η ασφάλειά τους. Ο επιβάτης συνέχισε την επίθεση αλλά η υπεύθυνη χωρίς να χάσει καθόλου την ψυχραιμία της και χρησιμοποιώντας εύηχες και καθαρές λέξεις του είπε με έναν ήρεμο τρόπο ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε αυτό που συμβαίνει. Αυτό που μπορούμε όμως να αλλάξουμε είναι ο τρόπος που αντιδρούμε πάνω σε αυτό που συμβαίνει. Δεν υπάρχει λόγος ένα και μόνο γεγονός να επηρεάσει τόσο πολύ τη διάθεσή μας. Ένα ταξίδι και τόσους συνταξιδιώτες ίσως είναι ευκαιρία για νέες γνωριμίες, ανταλλαγή απόψεων, εμπειριών κλπ. Ένα ταξίδι με το αεροπλάνο είναι από μόνο του μια μοναδική εμπειρία. Ας απολαύσουμε την πτήση μας.»

Του είχε αφιερώσει πολύ περισσότερο χρόνο απ’ ότι του αναλογούσε. Ο χρόνος αυτός όμως ήταν αναγκαίος ώστε να μετατραπεί η εμπειρία που βιώνει ο επιβάτης από αρνητική σε θετική.

Η αεροσυνοδός δεν είχε χάσει στιγμή την ψυχραιμία της. Ήταν ήρεμη, χαμογελαστή και πρόθυμη να ακούσει τα παράπονα του επιβάτη, να δείξει ότι τον καταλαβαίνει και να τον κάνει να μετριάσει τον εκνευρισμό όσο το δυνατόν περισσότερο.

Με αυτά στο μυαλό της η πρωταγωνίστριά μας, λίγο πριν φτάσει στο γραφείο της σταμάτησε σε ένα μια καφετέρια να πάρει έναν καφέ. Με το που μπήκε στο μαγαζί άκουσε φωνές στα δεξιά της. Γύρισε να δει τι συμβαίνει και διαπίστωσε ότι ένας πελάτης έκανε έντονα παράπονα στην κοπέλα που τον σέρβιρε ότι ο καφές του δεν έχει καθόλου ζάχαρη. Η κοπέλα με έναν απίστευτα ήρεμο και ευγενικό τρόπο του εξήγησε ότι είναι κάτι που διορθώνεται, ότι θα το φροντίσει η ίδια άμεσα, συνεπώς δεν υπάρχει λόγος για εντάσεις.

Προφανώς για να συμπεριφέρεται τόσο άσχημα ένας πελάτης σημαίνει ότι είχε συσσωρευμένο θυμό μέσα του που συνήθως εκτονώνεται στους λάθος ανθρώπους. Δεν μπορείς ποτέ να ξέρεις εάν ο πελάτης σου πριν έρθει σε σένα είχε μαλώσει με τη γυναίκα του, είχε διαφωνήσει με ο αφεντικό του, κυνηγούσε δικούς του πελάτες να τον πληρώσουν, είχε προβλήματα υγείας, οικονομικά κλπ.

Η κοπέλα όμως στο café δεν μπήκε ποτέ σε απολογητική θέση αλλά με απόλυση συναίσθηση αντέδρασε άμεσα για να ικανοποιήσει το παράπονο του πελάτη γεγονός που καταδείκνυε την εκπαίδευση που είχε λάβει στο customer service όπως αντίστοιχα και η υπεύθυνη πληρώματος στο αεροπλάνο. Η παραπάνω εκπαίδευση σε συνδυασμό με την απαιτούμενη ευγένεια χαρακτήρα οδήγησαν σε ένα unique customer experience το οποίο ξεκίνησε από ένα αρνητικό γεγονός.

Και τότε η πρωταγωνίστριά μας κατάλαβε. Μια σωστή επαγγελματίας ανεξάρτητα τον τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται οφείλει να εξελίξει τις δεξιότητές της στο customer service ώστε στη συνέχεια να βελτιώσει και το customer experience. Ανεξάρτητα λοιπόν ποιόν έχει απέναντί της, ανεξάρτητα εάν το project πάει καλά ή όχι, η σύνδεση που θα πρέπει να δημιουργήσει με τον πελάτης είναι πρωταρχικής σημασίας και τα soft skills που λέγονται ψυχραιμία, ηρεμία και ευγένεια είναι αυτά που θα τη βοηθήσουν να το επιτύχει.

Έβγαλε λοιπόν από την τσάντα της το χρυσό ρολόι της γιαγιάς της, το φόρεσε και ανέβηκε στο γραφείο της γεμάτη αυτοπεποίθηση ότι μπορεί να χειριστεί και τις πιο δύσκολες καταστάσεις αλλάζοντας ριζικά το customer experience που βιώνουν οι πελάτες της.

Πηγή εικόνας: yogendras31 – Pixabay

Διαβάστε περισσότερα

Πόσο βοηθάνε οι συνεργασίες στην ανάπτυξη του ατόμου;

Ένα από τα διλήμματα με το οποίο ερχόμαστε συχνά αντιμέτωποι είναι αν θα πρέπει να κάνουμε κάτι μόνοι μας ή σε συνεργασία με άλλους.

γράφει ο Κωνσταντίνος Παπαλίτσας

Έχω μια ιδέα.

Να επιχειρήσω μόνος μου ή να επιδιώξω κάποια συνεργασία για να την κάνω πράξη;

Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι τις περισσότερες φορές υποκειμενική, αναλόγως τις εμπειρίες και τα βιώματα του καθενός.

Υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν επιτύχει στην επαγγελματική τους ζωή χωρίς τη βοήθεια ή την υποστήριξη άλλων ανθρώπων και υπάρχουν και αυτοί που η συμμετοχή τους σε συνεργατικές ομάδες τους έδωσε την απαιτούμενη ώθηση ώστε να τα καταφέρουν.

Προφανώς και η επιτυχία του καθενός σχετίζεται άμεσα με τις προσωπικές του επιλογές οι οποίες άλλοτε μπορεί να βασίζονται στη λογική και άλλοτε στο συναίσθημα. Ο προγραμματισμός όμως είναι εκείνος που σε κρατάει στην πορεία σου και τελικά σε οδηγεί στο επιθυμητό αποτέλεσμα.

Όποιος έχει δηλαδή ένα σχέδιο, ένα πλάνο, μια στρατηγική την οποία ακολουθεί και εφαρμόζει πιστά έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να επιτύχει. Άρα λοιπόν ένα βασικό στοιχείο της επιχειρηματικής ανάπτυξης είναι η στρατηγική. Το δεύτερο όμως βασικό είναι οι συνεργασίες.

Άνθρωποι που έχουν στρατηγική μπορούν να επιτύχουν αλλά μέχρι ενός ορισμένου σημείου, μέχρι εκεί που φτάνουν οι ατομικές του δυνατότητες, ενώ αυτοί που αναπτύσσονται μέσω μιας ομάδας συνεργατών δεν έχουν «ταβάνι» καθώς μπορούν να αναπτυχθούν απεριόριστα όσο αναπτύσσεται και η ομάδα στην οποία συμμετέχουν.

Χαρακτηριστική είναι η φράση «αν θες να πας γρήγορα πήγαινε μόνος σου, ενώ αν θες να πας μακριά πήγαινε με άλλους».

Για να καταδείξουμε με μεγαλύτερη έμφαση τη σημασία της ομάδας ας κάνουμε έναν παραλληλισμό με τις αντίστοιχες ομάδες του επαγγελματικού αθλητισμού. Σε κάθε ομάδα υπάρχουν παίκτες, καθένας από τους οποίους καλύπτει συγκεκριμένες ανάγκες (ανάλογα τη θέση στην οποία παίζει). Σε όλες τις ομάδες υπάρχουν πάντα κάποιοι που ξεχωρίζουν. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στις επαγγελματικές ομάδες. Το ερώτημα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι γιατί αυτός που ξεχωρίζει δεν εγκαταλείπει την ομάδα και να επιχειρήσει μόνος του αφού έχει περισσότερες ικανότητες από τους υπόλοιπους.

Την απάντηση μας τη δίνουν τα ίδια τα ομαδικά αθλήματα καθώς όταν κάποιος αθλητής που ξεχωρίζει μέσα σε μια ομάδα αποφασίζει να την εγκαταλείψει τότε επιδιώκει να πάρει «μεταγραφή» σε κάποια άλλη ομάδα στην οποία ευελπιστεί να μπορέσει να πρωταγωνιστήσει καθώς γνωρίζει ότι εάν μείνει χωρίς ομάδα θα μπει στα «αζήτητα».

Το παραπάνω παράδειγμα μας αποκαλύπτει με εμφατικό τρόπο ότι η άνευ ορίων ανάπτυξη έρχεται μόνο μέσα από οργανωμένες ομάδες τα μέλη των οποίων ακολουθούν αυτούς με τις μεγαλύτερες δυνατότητες και ταυτόχρονα συμπαρασύρουν (με την καλή έννοια) μαζί τους και αυτούς που υστερούν. Ένα τέτοιο σύστημα οργάνωσης προσφέρει ανάπτυξη σε όλα τα μέλη του και μέσω αυτών αναπτύσσεται και το ίδιο σε μια δούναι και λαβείν συνεργασία που οδηγεί στην επιτυχία.

Σε μια εποχή όμως που πριμοδοτείται το ατομικό έναντι του συλλογικού, η φράση «κανένας δεν πετυχαίνει μόνος του» τείνει να καταστεί απλά ένα θεωρητικό σλόγκαν μιας άλλης εποχής. Το βασικό πρόβλημα που εντείνει την αδυναμία δημιουργίας αξιόλογων ομάδων είναι η κρίσιμη διαδικασία του να βρεθούν τα κατάλληλα άτομα που θα τις στελεχώσουν.

Η διαδικασία του “find the right people around you” δεν είναι μια απλή υπόθεση “recruitment” που μπορεί να τη φέρει εις πέρας ένας καλός HR Manager. Είναι κάτι βαθύτερο καθώς τα άτομα που θα στελεχώσουν την ομάδα θα πρέπει να έχουν κοινές αρχές και αξίες, να διακατέχονται από την ίδια επαγγελματική κουλτούρα και να κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια ομάδα με συνοχή και αποτελεσματικότητα που θα επιδιώξει να κάνει «πρωταθλητισμό».

Τέλος θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στις ομάδες που κάνουν πρωταθλητισμό εκτός από ικανούς παίχτες θα πρέπει να υπάρχει και ένας ικανότατος προπονητής ο οποίος θα ορίζει τον ‘’τρόπο παιχνιδιού’’ και θα προβαίνει στις απαιτούμενες ‘’αλλαγές’’ όταν η ομάδα αρχίζει να αποκλίνει από το στόχο της. Ο προπονητής βέβαια τις περισσότερες φορές ενεργεί ατομικά ως επικεφαλής της ομάδας κρατώντας ισορροπίες και παίρνοντας τις κρίσιμες αποφάσεις. Ο ρόλος αυτός ενέχει τον κίνδυνο ο προπονητής να αρχίσει να αντιμετωπίζεται ως άτομο και όχι ως μέλος της ομάδας την οποία διευθύνει και συνήθως μια τέτοια κατάσταση οδηγεί αργά η γρήγορα στη διάλυση της ομάδας.

Μπορεί λοιπόν η απάντηση στο αρχικό ερώτημα να είναι υποκειμενική, αλλά διαχρονικά έχει αποδειχθεί ότι οι άνθρωποι κατάφερναν πολύ περισσότερα μέσω συνεργασιών καθώς μόνο μέσω μιας τέτοιας διαδικασία μπορούμε να ισχυριστούμε ότι 1+1>2.

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: geralt – Pixabay

*Το άρθρο φιλοξενήθηκε και στην ιστοσελίδα www.neolaia.gr

Διαβάστε περισσότερα

Με κάθε σου επιλογή πάντα κάτι χάνεις!

Εσύ λαμβάνεις υπόψη το κόστος ευκαιρίας στις επιλογές σου;

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα

–   Πως αξιολογείτε μια επένδυση; ρώτησε ο καθηγητής τους φοιτητές του.

–   Με βάση τη μέθοδο της παρούσας αξίας απάντησε ένας φοιτητής

–   Με τη μέθοδο της μελλοντικής αξίας απάντησε ένας άλλος

–   Με τη μέθοδο των επαναλαμβανόμενων αγορών είπε ένας τρίτος

–   Με τη μέθοδο της ισοδύναμης ετήσιας αξίας αποκρίθηκε κάποιος από το βάθος της αίθουσας.

–   Κάποιος άλλος έχει να προσθέσει κάτι; ρώτησε ο καθηγητής.

–   Με τη μέθοδο της περιόδου αποπληρωμής είπε κάποιος.

–   Με τη μέθοδο ωφελειών – κόστους είπε ένας τελευταίος.

–   Σωστά είπε ο καθηγητής. Αλλά τι πρέπει να προσέξουμε όταν εφαρμόζουμε όλες αυτές τις μεθόδους που αναφέρατε;

Οι φοιτητές άρχισαν να κοιτάζονται μεταξύ τους. Κάθε μέθοδος έχει τις δικές της προϋποθέσεις εφαρμογής αλλά μήπως υπάρχει κάποια που είναι κοινή σε όλες; Τότε ο φοιτητής από το βάθος της αίθουσας ζήτησε το λόγο και είπε:

–   Να συγκρίνουμε πάντα ποσά στην ίδια χρονική στιγμή (π.χ. σε παρούσα ή μελλοντική αξία) σύμφωνα με τη διαχρονική αξία του χρήματος και τον επιθυμητό ρυθμό απόδοσης.

–   Πολύ σωστά αποκρίθηκε ο καθηγητής. Εξάλλου από το Δημοτικό μας μαθαίνουν ότι δεν μπορούμε να συγκρίνουμε μήλα με πορτοκάλια αν και πολλές φορές το ξεχνάμε είπε γελώντας. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο που ξεχνάμε συνεχώς. Μπορεί κάποιος να μαντέψει;

Οι φοιτητές άρχισαν ξανά να κοιτάζονται μεταξύ τους. Σε τι αναφερόταν άραγε ο καθηγητής τους; Τη σιωπή την έσπασε ο ίδιος λέγοντας:

–   Για να εφαρμοστεί οποιαδήποτε από τις μεθόδους που αναφέρατε προηγουμένως θα πρέπει πρώτα να προσδιορίσετε τα έσοδα και τα έξοδα της προς αξιολόγηση επένδυσης. Σε κανένα από τα διαγωνίσματα όμως που σας έχω βάλει τη φετινή χρονιά δεν λάβατε υπόψη το κόστος ευκαιρίας.

Μια αναστάτωση προκλήθηκε στην αίθουσα. Ψιθυρίσματα ακούγονταν παντού ώσπου κάποιος πήρε το θάρρος και ρώτησε.

–   Τι είναι αυτό κ. καθηγητά;

Ο καθηγητής αν και φανερά ενοχλημένος για την άγνοια των φοιτητών του (καθώς τους το είχε τονίσει επανειλημμένα στις προηγούμενες διαλέξεις και το περιέγραφε αναλυτικά και στα βιβλία του), ήταν διατεθειμένος να τους το εξηγήσει ξανά γιατί το θεωρούσε εξαιρετικά σημαντικό.

Και όντως είναι, ειδικά για τον κόσμο των επιχειρήσεων.

Ο καθηγητής λοιπόν συνέχισε με ένα παράδειγμα.

–   Ας υποθέσουμε ότι αύριο το βράδυ είστε καλεσμένοι σε ένα φοιτητικό πάρτυ. Έχετε όμως και μια άλλη επιλογή. Να καθίσετε σπίτι και να εργαστείτε εξ αποστάσεως παίρνοντας ως αμοιβή 20 ευρώ. Προφανώς εσείς επιλέγετε να πάτε στο πάρτυ αντί να δουλέψετε. Σε αυτή την περίπτωση το κόστος ευκαιρίας λοιπόν της επιλογής σας να πάτε στο πάρτυ 20ευρώ (επειδή επιλέξατε να μην εργαστείτε και θυσιάσατε την αμοιβή). Αντίστοιχα εάν επιλέγατε να μείνετε σπίτι να δουλέψετε και είχατε και δύο επιλογές, μια πιο εύκολη που θα σας επέφερε 15ευρώ και μια πιο δύσκολη που θα σας απέφερε 20 ευρώ, εάν διαλέγατε την πρώτη τότε το κόστος ευκαιρίας θα ήταν 20-15=5ευρώ που χάσατε μην επιλέγοντας τη δεύτερη. Το κόστος ευκαιρίας δηλαδή είναι το κόστος που “πληρώνουμε” εξαιτίας μιας επιλογής που κάνουμε σε σύγκριση με μία άλλη.

–   Άρα λοιπόν σε κάθε επιλογή που κάνουμε πάντα κάτι χάνουμε απάντησε ένας φοιτητής.

–   Φυτικά, εκτός και εάν δεν υπάρχει εναλλακτική επιλογή είπε ο καθηγητής. Αν και στα οικονομικά και κυρίως στις επενδύσεις θα πρέπει πάντα να γίνεται σύγκριση και με τη μηδενική επιλογή (do nothing). Πάντα υπάρχει εναλλακτική δηλαδή και είναι η επιλογή να μην κάνουμε τίποτα και να αφήσουμε να συνεχιστεί η υπάρχουσα κατάσταση. Πάντως το να ακολουθήσουμε την Α επιλογή ή τη Β πάντα έχει ένα κόστος ευκαιρίας εξαιτίας της λύσης που δεν επιλέξαμε καθώς τα ποσά που θεωρητικά θα εισπράτταμε τα θεωρούμε απώλεια.

–   Μα απ’ ότι φαίνεται το κόστος ευκαιρίας μπορεί να αλλάξει τελείως το αποτέλεσμα μιας μεθόδου αξιολόγησης σχολίασε ένας φοιτητής.

–   Ακριβώς αποκρίθηκε ο καθηγητής. Κάθε επένδυση έχει και ένα ρίσκο. Ανάλογα με την επιδιωκόμενη απόδοση το ρίσκο είτε μεγαλώνει είτε μικραίνει. Πολλές εταιρείες βέβαια πριν προβούν σε μια επένδυση καθορίζουν από πριν έναν ελάχιστο εσωτερικό βαθμό απόδοσης κάτω από την τιμή του οποίου θεωρούν ότι δεν αξίζει να προχωρήσουν στην επένδυση αυτή. Ουσιαστικά ο εσωτερικός βαθμός απόδοσης αντιπροσωπεύει το κόστος ευκαιρίας καθώς θεωρείται ότι παρόλο που μια επένδυση έχει μια θετική απόδοση, συμφέρει την εταιρεία να διοχετεύσει τα κεφάλαια ή/και τους πόρους της σε κάποια άλλη εναλλακτική επιλογή.

Το κόστος ευκαιρίας λοιπόν δεν είναι ένα απλό κόστος αλλά ένας δείκτης που μας βοηθάει να επιλέξουμε τη μία ή την άλλη εναλλακτική. Είναι ένα κόστος που θα πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη είτε πρόκειται για επαγγελματικές είτε για προσωπικές επιλογές.

Η συλλογιστική που ακολουθεί αποτελεί από μόνης ένα ξεχωριστό τρόπο σκέψης και αντιμετώπισης καταστάσεων γι΄ αυτό και μπορεί να επεκταθεί και σε ποσότητες πέραν του κόστους, όπως για παράδειγμα ο χρόνος, το μέγεθος κλπ. 

Ειδικά σήμερα που ζούμε σε μια εποχή όπου το time management είναι ένας γρίφος για δυνατούς λύτες, θα μπορούσαμε να αντιμετωπίζουμε καταστάσεις με βάση την παραπάνω λογική ρωτώντας κάθε φορά: “εάν το χρόνο που θα αφιέρωνα στο project A τον αφιερώσω στο project Β τι θα κερδίσω και τι θα χάσω σε κόπο, χρόνο, χρήμα ικανοποίηση κλπ;”

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: qimono – Pixabay

Διαβάστε περισσότερα

Οι αριθμοί βοηθούν στην αξιολόγηση; Όχι πάντα.

Η αξιολόγηση με αριθμούς έχει μόνο πλεονεκτήματα;

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα

Μία συχνή φράση στον κόσμο των επιχειρήσεων που λέγεται από managers και team leaders εταιρειών είναι η παρακάτω:

«Αν δε μετράς, δεν μετράς!»

θέλοντας να καταδείξουν την ανάγκη μέτρησης των ενεργειών ενός εργαζόμενου και τα αντίστοιχα αποτελέσματα που φέρνουν αυτές οι ενέργειες. Ως λογική προφανώς και είναι σωστή καθώς μόνο η καταγραφή ενεργειών και αποτελεσμάτων σου δίνει σαφή εικόνα της κατάστασης μιας επιχείρησης και σου επιτρέπει να κάνεις αποδοτική αξιολόγηση και εν συνεχεία να πάρεις στοχευμένες αποφάσεις σχετικά με τα τρωτά της σημεία.

Δεν υπάρχει βελτίωση χωρίς αξιολόγηση και δεν υπάρχει αξιολόγηση χωρίς να έχεις στα χέρια σου μετρήσιμα και συγκρίσιμα στοιχεία.

Στο βωμό όμως της μεγιστοποίησης της παραγωγικότητας οι επιχειρήσεις δεν δίνουν σημασία σε πιθανές παρενέργειες εφαρμογής της παραπάνω μεθόδου που μπορεί να οδηγήσουν σε ανούσιες συγκρίσεις και δημιουργία εργαζόμενων δύο ή και περισσότερων ταχυτήτων με τα αντίστοιχα benefits να πηγαίνουν σε αυτούς που έχουν το μεγαλύτερο score. Το κυνήγι για όσο το δυνατόν μεγαλύτερα νούμερα είναι πρώτης προτεραιότητας, είτε αυτό έχει να κάνει με πωλήσεις (εισαγωγές-εξαγωγές), είτε με αμοιβές και τζίρους, είτε με μέγεθος, είτε με αριθμό επαφών (τηλεφωνήματα-ραντεβού), είτε με engagement στα social media, είτε με διαφημίσεις και πόσα άλλα.

Η καταγραφή και η μετέπειτα σωστή ανάλυση όλων αυτών των δεδομένων είναι από μόνη της μια δύσκολη διαδικασία για κάθε επιχείρηση αλλά τα τελευταία χρόνια με την ανάπτυξη εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης (AI) γίνεται όλο και πιο προσιτή. Το γεγονός αυτό με τη σειρά του ωθεί τις επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο τη μέθοδο μετρήσεων ενεργειών-αποτελεσμάτων και κατά συνέπεια εκτός από τα θετικά, εντείνονται και οι επιπτώσεις της μεθόδου αυτής.

Η περίοδος που διανύουμε είναι μεταβατική για τον κόσμο των επιχειρήσεων και ο κυριότερος ρόλος των managers (εκτός από το να μετράνε αριθμούς και παραγωγικότητες) είναι να διατηρήσουν την απαιτούμενη συνοχή μεταξύ των εργαζομένων και να μην επιτρέψουν στον εσωτερικό ανταγωνισμό να διασπάσει την ομάδα. 

Από την άλλη το πιο ανησυχητικό είναι ότι ελάχιστοι είναι εκείνοι που αντιδρούν σε μια τέτοια μέθοδο αξιολόγησης καθώς τους φαίνεται απολύτως φυσιολογική η παραπάνω διαδικασία. Αυτό συμβαίνει καθώς εδώ και δεκαετίες εφαρμόζουμε μια παραπλήσια διαδικασία στο εκπαιδευτικό σύστημα. Από τις πρώτες κιόλας σχολικές τάξεις κάθε τρίμηνο τα παιδιά παίρνουν του σχολικούς τους βαθμούς ενώ σε μεγαλύτερες τάξεις έως τις πανεπιστημιακές ή και μετέπειτα σπουδές τους αξιολογούνται μέσω διαγωνισμάτων τα οποία βαθμολογούνται.

Όλοι αυτοί οι βαθμοί όμως είναι νούμερα που ακολουθούν τα παιδιά από μικρή ηλικία και ασυναίσθητα τα διαχωρίζουν μεταξύ τους σε ομάδες (οι άριστοι, οι μεσαίοι, οι αδιάφοροι κλπ). Η σύγκριση είναι αναπόφευκτη και όποιος πάρει βαθμούς πάνω από το μέσο όρο είναι ικανοποιημένος ενώ όποιος είναι χαμηλότερα είναι απογοητευμένος. Η λογική αυτή ακολουθεί τα παιδιά μέχρι την ενήλικη ζωή τους από το ποιό θα γράψει καλύτερα στο διαγώνισμα, ποιό θα πάρει πτυχίο με το μεγαλύτερο βαθμό, ποιό θα αγοράσει το πιο ακριβό κινητό, ποιό θα έχει τους περισσότερους followers και η λίστα είναι μακριά.

Πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν σχετικά με τη βελτίωση της συγκεκριμένης μεθόδου αξιολόγησης, όπως π.χ. η αλλαγή κλίμακας, αλλά το πιο σημαντικό είναι ο τρόπος διεξαγωγής της, καθώς κάθε διαδικασία αξιολόγησης πρέπει να είναι αμφίδρομη. Για να αξιολογήσει ο Α τον Β σημαίνει ότι μεταξύ τους υπάρχει κάποια σύνδεση και μέσω αυτής της σύνδεσης μπορεί και ο Β υπό κάποιες προϋποθέσεις να αξιολογήσει τον Α.

Στον κόσμο των επιχειρήσεων το παραπάνω δεν υφίσταται ούτε ως ενδεχόμενο καθώς η αξιολόγηση γίνεται πάντα από πάνω προς τα κάτω. Στον εκπαιδευτικό τομέα οι εκπαιδευτές αντιδρούν στον προτεινόμενο τρόπο αξιολόγησής τους αλλά οι ίδιοι συνεχίζουν να αξιολογούν τους εκπαιδευόμενους (παιδιά) μέσω αριθμών (βαθμοί).

Τα παιδία όμως δεν είναι αριθμοί και δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως τέτοιοι.

Η πραγματική αξιολόγηση μπορεί να έρθει από τους αποδέκτες των αποτελεσμάτων των ενεργειών κάποιου και τα παιδιά είναι σε θέση να δείξουν το δρόμο προς αυτή την κατεύθυνση εάν τα αφήσεις ελεύθερα να εκφραστούν και να συνεργαστούν.

Μόνο σε μια τέτοια περίπτωση είναι δυνατή η ταυτόχρονη βελτίωση τόσο του αξιολογητή όσο και του αξιολογούμενου και να περάσει αυτή η νοοτροπία από τον εκπαιδευτικό τομέα στον επιχειρηματικό και στην αξιοποίηση των αριθμών στο βωμό όχι πλέον της μεγιστοποίησης (maximization) αλλά της βελτιστοποίησης (optimization).

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: merhanhaval22-Pixabay 

Διαβάστε περισσότερα

Τα όνειρά μας ιδιωτικά, τα πανεπιστήμια δημόσια;

Δημόσια vs Ιδιωτικά Πανεπιστήμια. Ποιός θα υπερισχύσει;

του Κωνσταντίνου Παπαλίτσα

Ιδιωτικά Πανεπιστήμια. Ένα θέμα που επανέρχεται κατά καιρούς στο δημόσιο διάλογο. Έχουν ασχοληθεί μαζί του διάφοροι υπουργοί προσπαθώντας να ικανοποιήσουν τις δεσμεύσεις της εκάστοτε κομματικής ατζέντας.

Ένα θέμα που έχει ορκισμένους εχθρούς από τη μία αλλά και ένθερμους υποστηρικτές από την άλλη. Είναι από τα λίγα θέματα που χωρίζουν την κοινωνία σε δύο πλειοψηφικά ρεύματα χωρίς κανένα να υπολείπεται του άλλου.

Ένα θέμα για το οποίο δεν υπάρχει κάποια εξέλιξη όλα αυτά τα χρόνια καθώς η οποιαδήποτε αλλαγή αντίκειται στο άρθρο 16 του συντάγματος το οποίο αναφέρει στην παρ. 5: ¨H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Tα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. Συγχώνευση ή κατάτμηση ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπορεί να γίνει και κατά παρέκκλιση από κάθε αντίθετη διάταξη, όπως νόμος ορίζει.”. Επιπλέον το άρθρο 8 αναφέρει ρητά ότι: “H σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται.”

Το να θεσμοθετηθεί λοιπόν με ένα νομοσχέδιο η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων είναι προφανώς αντισυνταγματικό γι’ αυτό και οι κυβερνήσεις επιστρατεύουν κατά καιρούς καταξιωμένους συνταγματολόγους να μας πείσουν για το αντίθετο. Χαρακτηριστικό πρόσφατο παράδειγμα οι κ. Βενιζέλος και Σκουρής οι οποίοι με άρθρο τους σε πανελλαδικής εμβέλειας εφημερίδα πριν περίπου ένα μήνα προσπάθησαν να πείσουν τους αναγνώστες τους ότι πρέπει να γίνει μια πιο σύγχρονη ερμηνεία του άρθρου 16 με βάση την αρχή της αναλογικότητας η οποία να συμβαδίζει με το ευρωπαϊκό δίκαιο περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και περί επιχειρηματικής και ακαδημαϊκής ελευθερίας.

Ακολουθώντας αυτή τη λογική θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι αφού από τη μία υπάρχουν ιδιώτες που θέλουν να παρέχουν αυτού του είδους την εκπαιδευτική υπηρεσία και από την άλλη υπάρχουν πολίτες που θέλουν να πληρώσουν για αυτή, που είναι το πρόβλημα;

Το ζήτημα όμως δεν είναι τόσο συνταγματικό όσο πιο πολύ ηθικό. Το σύνταγμα μπορεί να αναθεωρηθεί σε διάφορα σημεία του ώστε να εκσυγχρονιστεί στα πρότυπα του ευρωπαϊκού δικαίου. Και όντως ίσως θα πρέπει να επιταχυνθούν οι διαδικασίες συνταγματικών αναθεωρήσεων αλλά εδώ το πρόβλημα φαντάζει δυσεπίλυτο καθώς μπαίνουν και άλλες συνιστώσες στην εξίσωση.

Και τα επιχειρήματα μέσω ερωτήσεων συνεχίζονται: “Μα αφού τα μη κρατικά ιδρύματα πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι συνταγματικά αναγνωρισμένα γιατί δεν μπορεί να γίνει το ίδιο και με αυτά της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης;” Η απάντηση έγκειται στο ρόλο που έχει η τριτοβάθμιας εκπαίδευση σε σχέση με τις υπόλοιπες βαθμίδες της και ο οποίος περιλαμβάνει εκτός από τη μετάδοση της γνώσης και την παραγωγή νέας μέσω της έρευνας. Γι’ αυτό και οι καθηγητές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης διδάσκουν λιγότερες ώρες από αυτούς της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας. Το ερώτημα είναι ποιός ιδιώτης είναι διατεθειμένος να πληρώσει του ακαδημαϊκούς ένα σεβαστό ποσό για να διδάσκουν μόνο λίγες ώρες και τον υπόλοιπο χρόνο να παράγουν έργο μέσω της έρευνας χωρίς να είναι σίγουροι ότι το αποτέλεσμα της έρευνας θα έχει οικονομικό όφελος για τους ίδιους και την επιχείρησή τους (ιδιωτικό πανεπιστήμιο);.

Και αυτό είναι το σημείο κλειδί. Ότι όσες ανώτατες ιδιωτικές εκπαιδευτικές δομές ιδρυθούν είναι πολύ πιθανό να μην περιοριστούν στην καθαρή λειτουργία τους ως επιχειρήσεις, δηλαδή τα έσοδά τους να προκύπτουν μόνο από τα δίδακτρα των φοιτητών τους αλλά να διεκδικήσουν κομμάτι από την πίτα των κρατικών επιχορηγήσεων όπως γίνεται για παράδειγμα στην άλλη άκρη του Ατλαντικού (φοιτητικά επιδόματα και φοροαπαλλαγές για φοίτηση σε ιδιωτικά πανεπιστήμια κλπ). Και προφανώς οι κυβερνώντες που κάνουν τα αδύνατα δυνατά για την εγκατάσταση ιδιωτικών πανεπιστημίων δεν θα τους αρνηθούν το κομμάτι αυτό. Δημιουργείται έτσι ένα σύστημα αναδιανομής πλούτου που θα τεστάρει την ανθεκτικότητα των δημόσιων πανεπιστημίων σε μια διαρκή προσπάθεια υποτίμησης τους.

Όταν όμως η εκάστοτε κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί τα χρήματα των φορολογούμενων Ελλήνων είναι λογικο να προκύψουν και ηθικές ενστάσεις σχετικά με θέματα δικαιοσύνης, διαφάνειας και να τεθεί εν αμφιβόλω η επικαλούμενη αρχή της αναλογικότητας. Προφανώς ένα ιδιώτης για να υποστηρίξει το project των ιδιωτικών πανεπιστημίων μόνος του θα πρέπει να αυξήσει υπέρογκα τα δίδακτρα, διαφορετικά θα επιδιώξει με τις πλάτες της κυβέρνησης να στείλει το λογαριασμό στους φορολογούμενους πολίτες.

Η αγοραία αντίληψη της κυβέρνησης ότι τα πάντα πρέπει να έχουν μια τιμή δύναται να οδηγήσει σε δημιουργία πτυχίων διαφόρων αντιτίμων αναλόγως της οικονομικής επιφάνειας του εκάστοτε υποψήφιου φοιτητή.  Και βέβαια επειδή τα πτυχία αυτά θα έχουν προέλθει από αναγνωρισμένα ιδιωτικά πανεπιστήμια, θα είναι ισάξια με τα αντίστοιχα πτυχία των κρατικών πανεπιστημίων, δημιουργώντας έτσι δύο κοινωνικές ομάδες πτυχιούχων. Γίνεται σαφές ότι μεταξύ των δύο αυτών κοινωνικών ομάδων δεν μπορεί να υπάρξει υγιείς ανταγωνισμός ούτε πνεύμα συνεργασίας για το καλό της χώρας.

Η ανώτατη εκπαίδευση είναι μία από λίγες εναπομείνασες κρατικές δομές στις οποίες δεν έχει διεισδύσει ο ιδιωτικός τομέας αλλά δυστυχώς για μία ακόμη φορά τίθεται εν αμφιβόλω η αξία και το επίπεδο της μόρφωσης.

Το ποιός θα υπερισχύσει αυτή τη φορά μένει να το δούμε. Πάντως τόσο η κυβέρνηση όσο και οι επιχειρηματίες του μέλλοντος θα πρέπει να γνωρίζουν ότι ο ορθός τρόπος ανάπτυξης περιλαμβάνει τη συνεργασία με επιστήμονες κατάλληλα καταρτισμένους και η όποια υπόνοια ότι οι τελευταίοι έχουν λάβει το πτυχίο τους επειδή κατέβαλαν το ζητηθέν αντίτιμο θα πρέπει να εξαφανίζεται άμεσα.

Δυστυχώς, για την ώρα, η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων φαίνεται ότι μόνο κακό μπορεί να κάνει στην ελληνική κοινωνία καθώς το εκπαιδευτικό σύστημα οφείλει να βρει πρώτα λύση σε χρόνιες παθογένειες όπως τα δύσκαμπτα και ανεπίκαιρα προγράμματα σπουδών, η ελλιπής χρηματοδότηση, το συνεχώς μειούμενο διδακτικό προσωπικό, ο νέος ρόλος των εκπαιδευτικών κ.α. (Για περισσότερες πληροφορίες μπορείς να διαβάσεις το σχετικό άρθρο του blog με τίτλο: Όταν το υποκείμενο γίνεται αντικείμενο)

Εσύ τι γνώμη έχεις;

Πηγή εικόνας: 12019 – Pixabay

*Το άρθρο φιλοξενήθηκε και στην ιστοσελίδα www.lep.gr